Cart 0

Περιοδικό Ιατρική - 2009

ΤΟΜΟΣ 95 Τεύχος 1 Ιανουάριος 2009

Μ. Βόβα (1), Γ. Υφαντή (2), Κ. Σουλιώτης (1), Γ. Τούντας 1 Ε. Δι

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα για τη δημόσια υγεία, ενώ μετατρέπεται με ταχείς ρυθμούς στην επιδημία του 21ού αιώνα, καθώς ο επιπολασμός του έχει αυξηθεί την τελευταία δεκαετία και μεταβάλλεται ευρύτατα μεταξύ των πληθυσμιακών ομάδων. Ο διαβήτης αποτελεί την κύρια αιτία μη τραυματικών ακρωτηριασμών, ενώ το έλκος του διαβητικού ποδιού είναι από τις συχνότερες και πλέον δαπανηρές επιπλοκές του διαβήτη. Υπό το πρίσμα των παραπάνω εξελίξεων επιχειρείται η διερεύνηση των οικονομικών επιπτώσεων σε περιπτώσεις που αφορούν το σακχαρώδη διαβήτη και τις επιπλοκές αυτού, και ιδιαίτερα του διαβητικού ποδιού. Μετά από ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας παραθέτονται συγκριτικές μελέτες αξιολόγησης και ανάλυσης εναλλακτικών ειδών περίθαλψης και αποκατάστασης, καθώς και το κόστος αυτών σε ό,τι αφορά το διαβητικό πόδι. Η αιτιοπαθογένεια της νόσου είναι καίριο στοιχείο ως προς τη διαμόρφωση του συνολικού κόστους νοσηλείας, σε συνδυασμό με το φύλο, την ηλικία, το είδος των επεμβάσεων επαναιμάτωσης του διαβητικού ποδιού ή ακρωτηριασμού του. Το διαβητικό πόδι και οι επιπλοκές αυτού αποτελούν ένα ιδιαίτερο πρόβλημα υγείας, με ιδιαίτερες οικονομικές επιπτώσεις. Οι επιπτώσεις αυτές είναι δυνατόν να μειωθούν μέσω κατάλληλων προγραμμάτων πρόληψης και διαχείρισης ελέγχου, τόσο από την πλευρά των επαγγελματιών υγείας, αλλά και από τους ίδιους τους ασθενείς.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(1):19—26
Κέντρο Προέλευσης: (1) Κέντρο Μελετών Υπηρεσιών Υγείας, Εργαστήριο Υγιεινής και Επιδημιολογίας, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, (2) Δ΄ Παθολογικό Τμήμα και Αγγειοπαθολογική Μονάδα του ΓΝΑ «Ο Ευαγγελισμός», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Σακχαρώδης διαβήτης, διαβητικό πόδι, πρόληψη διαβήτη, οικονομικές επιπτώσεις διαβήτη
Αλληλογραφία: Κ. Σουλιώτης, Αμ. Αρτέμιδος 36–38, 151 24 Μαρούσι, Αθήνα • e-mail: soulioti@hol.gr

Π.Κ. Τσιμπούρης (1), Χρ.Ν. Καλαντζής (2)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Οι χολόλιθοι είναι στερεοί κρύσταλλοι, που αναπτύσσονται από την καθίζηση των συστατικών της χολής εντός της χοληδόχου κύστης. Διακρίνονται στους χοληστερινικούς λίθους και στους λίθους χρωστικής. Στη Δύση απαντώνται στο 10–15% του γενικού πληθυσμού. Από τους ασθενείς με ασυμπτωματική χολολιθίαση, 1–4% κάθε χρόνο θα εμφανίσει συμπτώματα. Κυριότεροι παράγοντες κινδύνου είναι η κληρονομικότητα, η ηλικία, το θήλυ φύλο, η παχυσαρκία, η διατροφή, η χρήση οιστρογόνων, ο σακχαρώδης διαβήτης και οι παρακαμπτήριες επεμβάσεις του λεπτού εντέρου. Τελευταία τονίζεται η σημασία μεταλλάξεων στα γονίδια ABCG8 19H και ABCB4 και της λοίμωξης από Helicobacter billis. Οι χολόλιθοι είναι ασυμπτωματικοί στην πλειονότητα των περιστατικών. Συμπτώματα εμφανίζουν οι επιπλοκές, με προεξάρχουσα εικόνα αυτή του κολικού των χοληφόρων. Μπορεί ακόμα να υπάρχει πυρετός, ίκτερος ή διαταραχή του επιπέδου συνείδησης. Κυριότερες επιπλοκές είναι η ανεπίπλεκτη χολοκυστίτιδα, η χολαγειίτιδα, η λιθιασική παγκρεατίτιδα, το εμπύημα της χοληδόχου, η διάτρηση και το περιχολοκυστικό απόστημα, η εμφυσηματική χολοκυστίτιδα, η γαγγραινώδης χολοκυστίτιδα, η αιμορραγική χολοκυστίτιδα και η διάτρηση προς το δωδεκαδάκτυλο με σχηματισμό κυστεοεντερικού συριγγίου. Μέθοδος εκλογής για τη διάγνωση είναι το διακοιλιακό υπερηχογράφημα, ενώ η αξονική και η μαγνητική τομογραφία είναι χρήσιμες για τη διάγνωση των δύσκολων περιστατικών και ορισμένων επιπλοκών. Η MRCP και το ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα χρησιμεύουν για τη διάγνωση της χοληδοχολιθίασης.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(1):27—38
Κέντρο Προέλευσης: (1) Γαστρεντερολογική Κλινική, ΝΙΜΤΣ, (2) Γαστρεντερολογική Κλινική, Νοσοκομείο «Γ. Γεννηματά», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Χολολιθίαση, χοληδοχολιθίαση, χολοκυστίτιδα
Αλληλογραφία: Π.K. Τσιμπούρης, Μπισκίνη 29, 157 71 Ζω­γρά­φου • e-mail: tsibofam@yahoo.com

Χρ. Βούλγαρη, Ν. Τεντολούρης

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Μια καθημερινή πρόκληση για τον ιατρό είναι η έγκαιρη αναγνώριση των ασθενών αυξημένου κινδύνου για αρρυθμία. Η προγνωστική αξία των διαταραχών της κοιλιακής εκπόλωσης και της επαναπόλωσης έχει διαπιστωθεί σε πολλές ομάδες ασθενών. Ο ρόλος όμως της μη επεμβατικής ταυτοποίησης του αρρυθμιολογικού κινδύνου δεν είναι απόλυτα καθορισμένος. Η μελέτη της ηλεκτροφυσιολογικής δραστηριότητας έχει περιοριστεί στο QT διάστημα, που η προγνωστική του αξία έχει αμφισβητηθεί. Επομένως, η μελέτη νέων αρρυθμιολογικών δεικτών είναι επιτακτική. Πρόσφατες πληθυσμιακές μελέτες αναζωπύρωσαν το ενδιαφέρον για την ανυσματική καρδιογραφία, και συγκεκριμένα για την ανυσματική γωνία QRS-T, η οποία εκφράζει τη γωνία κλίσης μεταξύ των μεγίστων ηλεκτρικών αξόνων του συμπλέγματος QRS και του κύματος Τ. Η ανυσματική γωνία QRS-T ποσοτικοποιεί τις διπολικές και τις μη διπολικές συνιστώσες της ηλεκτροφυσιολογικής δραστηριότητας, οι οποίες αντανακλούν την τοπική ετερογένεια της κοιλιακής εκπόλωσης και της επαναπόλωσης. Προοπτικές μελέτες έδειξαν ότι αποτελεί έναν ισχυρό και ανεξάρτητο δείκτη καρδιαγγειακού κινδύνου και θνητότητας στο γενικό πληθυσμό και σε ασθενείς στους οποίους οι συμβατικές παράμετροι απέτυχαν να προβλέψουν τη δυσμενή έκβαση. Η προγνωστική δε αξία της ανυσματικής γωνίας QRS-T για τα καρδιαγγειακά συμβάματα ήταν ανεξάρτητη από άλλους παράγοντες κινδύνου. Στα πλαίσια της παρούσας ανασκόπησης γίνεται αναδρομή στο παρελθόν και αναφορά στο μέλλον της ανυσματικής καρδιογραφίας.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(1):39—54
Κέντρο Προέλευσης: Α΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΓΝΑ «Λαϊκό», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Ανυσματική καρδιογραφία, αρρυθμιογενετικός κίνδυνος, ανυσματική γωνία QRS-T, μυοκαρδιοπάθεια
Αλληλογραφία: Χρ. Βούλγαρη, Ωλένου 24, 113 62 Κυψέλη, Αθήνα • e-mail: c_v_@yahoo.gr

Χρ. Τεσσερομμάτη

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Οι φαρμακολογικές ιδιότητες των φυτών ήταν γνωστές από την Ομηρική εποχή. Η πρώτη γραπτή πηγή φαρμακευτικών φυτών αποδίδεται στον Χαμουραμπί. Βασική μορφή στην εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ιατρικής υπήρξε ο Ιπποκράτης. Κατά τον Παυσανία υπήρχε στη Χαιρώνεια φαρμακοβιομηχανία «αλγηδόνων ιαμάτων». Ο Γαληνός παρασκεύασε φάρμακα από δρόγες. Μέχρι την Αναγέννηση αυθεντία υπήρξε ο Διοσκουρίδης με το έργο του «Περί ύλης της ιατρικής» που σώθηκε σε χειρόγραφους κώδικες. Στο Βυζάντιο η βοτανολογία ήταν εφαρμοσμένη και άκμαζαν φαρμακευτικοί κήποι στα μοναστήρια. Στην Άνδρο (8ο αιώνα) υπήρχε Φιλοσοφική Σχολή όπου φοίτησε ο Λέων ο μαθηματικός και μετέπειτα πρύτανις του 1ου Πανεπιστημίου της Μαγναύρας στην Κωνσταντινούπολη. Στις Κυκλάδες, ιδιαίτερα Άνδρο και Σύρο, υπό την επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας στα μοναστήρια των Καπουτσίνων (16ο–18ο αιώνα) ασκείτο μοναστηριακή Ιατρική υπό τη αιγίδα του επισκόπου Δ. Δελλαγραμάτικα. Ιδιαίτερα αγαπητός στους κατοίκους της νήσου υπήρξε ο Π. Ιωσήφ από την Λεονέσσα για τις αγαθοεργίες του και το φωτισμένο κήρυγμά του στην μονή του, Σαν Μπερναδή. Ο φιλόσοφος λόγιος της Άνδρου Θεόφιλος Καΐρης (1784–1853) κατήρτισε βοτανική συλλογή. Η χλωρίδα της Άνδρου και των Κυκλάδων περιλαμβάνει 1640 φυτά περίπου, 145 ενδημικά της Ελλάδας, 150 απειλούμενα (Προεδρικό Διάταγμα 67/81) και 14 αναφερόμενα στο «Κόκκινο βιβλίο» των Ελληνικών φυτών.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(1):55—67
Κέντρο Προέλευσης: Εργαστήριο Φαρμακολογίας, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Δρόγες, φάρμακα, αρχαιότητα, μεσαίωνας, Άνδρος, Κυκλάδες
Αλληλογραφία: Χρ. Τεσσερομμάτη, Μ. Ασίας 75, 115 27 Γουδί, Αθήνα • e-mail: ctesser@med.uoa.gr

Μ. Γκέλη (1), Σ. Απέργης (1), Ε. Κλαψινού (2), Δ. Δασκαλοπούλου

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Ο έκτοπος θυρεοειδικός ιστός είναι μια σπάνια οντότητα που εντοπίζεται συνήθως στη μέση τραχηλική γραμμή και σπανιότερα σε άλλες ανατομικές θέσεις, προκαλώντας δυσκολία στη διαγνωστική προσέγγιση και διαχείριση του ασθενούς. Παρουσιάζονται δύο περιπτώσεις ασθενών με επιδεινούμενη διόγκωση στην πλάγια τραχηλική χώρα κατά τους τελευταίους μήνες. Πραγματοποιήθηκε υπερηχογράφημα τραχήλου και υπερηχογραφικά κατευθυνόμενη βιοψία δια λεπτής βελόνης. Η κυτταρολογική εξέταση ανέδειξε έκτοπο θυρεοειδικό ιστό.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(1):68—72
Κέντρο Προέλευσης: (1) Α΄ Ακτινοδιαγνωστικό Τμήμα, Μονάδα Υπερηχοτομογραφίας, (2) Κυτταρολογικό Τμήμα, Αντικαρκινικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Αθηνών «Ο Άγιος Σάββας», Aθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Έκτοπος θυρεοειδής, πλάγια τραχηλική χώρα, υπερηχογράφημα, υπερηχογραφικά κατευθυνόμενη βιοψία, κυτταρολογική εξέταση
Αλληλογραφία: Αλληλογραφία: M. Γκέλη, Λ. Αλεξάνδρας 171, 115 22 Αμπελόκηποι, Αθήνα • e-mail: myrgel@gmail.com

ΤΟΜΟΣ 95 Τεύχος 1 Ιανουάριος 2009

M. Boba (1), G. Yfanti (2), K. Souliotis (1), J. Tountas (1), E.

DESCRIPTION:
Diabetes Mellitus is considered to be an important issue for public health, as it is rapidly becoming 21st century’s epidemic. Its prevalence has increased dramatically over the past decade and varies widely among the population. Diabetes is the main reason for non-traumatic amputations, while ulcer of diabetic foot is among the most often and costly implications of diabetes. This study examines the economic impact of cases of Diabetes Mellitus and its implications, more specifically that of diabetic foot. We review the international literature and relative studies on the evaluation and analysis of alternative ways of care, including cost in cases of diabetic foot. The most important sources are: the World Health Organisation (WHO), specialized journals, and data from Centers for Disease Control and Prevention (CDC). The main cause of this medical condition is the critical factor in estimating the total cost of medical attendance, in combination with sex, age and type of surgeries for the recirculation of blood-flow of the diabetic foot or for its amputation. Diabetic foot and its implications is a special health problem with serious economic impacts. These impacts are likely to diminish through appropriate programs for prevention and administrative control, from both health care providers and patients.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(1):19—26
Origin Center: (1) Research Centre for Health Care, Laboratory of Hygiene and Epidemiology, Faculty of Medicine, National and Kapodistrian University of Athens, (2) 4th Department of Pathology, “Evagelismos” General Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Diabetes mellitus, diabetic foot, prevention of diabetes, economic impact of diabetes
Corresponding Author: Κ. Souliotis, 36–38, Am. Artemidos street, GR-151 24 Maroussi, Athens, Greece • e-mail: soulioti@hol.gr

P.Κ. Tsibouris (1), Chr.N. Kalantzis (2)

DESCRIPTION:
Gallstones are solid crystals formed when bile components precipitate within the gallbladder. They are defined as cholesterol and pigment stones. In Western countries 10–15% of the general population presents asymptomatic gallstones. Of them 1–4% yearly develop symptoms. Main risk factors are genetic predisposition, old age, female gender, obesity, nutrition, estrogen use, diabetes mellitus and small bowel bypass. Lately the role of ABCG8 19H and ABCB4 genes as well as Helicobacter billis infection is stressed. Gallstones are asymptomatic in the majority of cases. Only complications are symptomatic and biliary colic is outstanding. Fever, jaundice and confusion might be present. Main complications are uncomplicated cholecystitis, cholangiitis, gallstone pancreatitis, gallbladder empyema, gallbladder perforation and pericholecystic abscess, emphysematous cholecystitis, gangrenous cholecystitis, hemorrhagic cholecystitis and perforation to the duodenum with subsequent formation of bilioenteric fistula. Transabdominal ultrasound is the method of choice for gallstone disease diagnosis. CT and MR scans are deserved for the diagnosis of difficult cases and certain complications. MRCP and endoscopic ultrasound are the methods of choice for the diagnosis of choledocholithiasis.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(1):27—38
Origin Center: (1) Gastroenterology Clinic, NIMTS General Hospital, (2) Gastroenterology Clinic, “G. Gennimatas” General Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Gallstone disease, choledocholithiasis, cholecystitis
Corresponding Author: P.K. Tsibouris, 29 Mpiskini street, GR-157 71 Zografou, Athens, Greece • e-mail: tsibofam@yahoo.com

Chr. Voulgari, N. Tentolouris

DESCRIPTION:
An everyday necessity for the clinician is the early detection of patients with increased risk of developing arrhythmia. The prognostic value of ventricular depolarization and repolarization abnormalities has been shown for various patient groups. However, the role of noninvasive detection of the risk for arrhythmogenesis is not well defined. The study of the electrophysiological activity has been focused on the QT interval that has recently being doubted. Therefore, there is an urgent need for the study of new electrophysiologic markers. Recent population-based studies revived the interest for vectorcardiography, and specifically for the spatial QRS-T angle, defined as the angle between the maximum vector of the QRS complex and of the T wave. The spatial QRS-T angle assesses the dipolar and the nondipolar factors of the QRS complex and the T wave, thus reflecting the local ventricular heterogeneity. Prospective studies have shown that it is a strong and independent predictor of cardiac morbidity and mortality in the general population and in subjects where classical electrocardiographic parameters failed to prevent a fatal outcome. The prognostic value of the spatial QRS-T angle for cardiac outcome was found to be independent of other risk factors. This review focuses on the history and future of vectorcardiography.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(1):39—54
Origin Center: 1st Department of Propaedeutic Medicine, Medical School, University of Athens, “Laiko” General Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Vectorcardiography, arrhythmiogenesis, spatial QRS-T angle, cardiomyopathy
Corresponding Author: Chr. Voulgari, 24 Olenou street, GR-113 62 Kypseli, Athens, Greece • e-mail: c_v_@yahoo.gr

Chr. Tesserommati

DESCRIPTION:
Τhe plants pharmacology was known from the Homer era. Therapy was a mixture of science, observations and spiritual influences. The first drugs written source was Hamourabi. In Middle Ages, medical knowledge came from Greek and Roman monastery manuscripts. Most famous European Medicine personality remains Hippocrates. In Heronia according Pausanias analgesics were manufactured. Claudius Galenus (AD 129–200), Roman-Greek physician, described herbal medicines but Dioscurides and his book “De Materia Medica” was the most prominent until Renaissance. In Byzanz plants were used only for therapy or cooking mainly in monasteries. During the Ottoman era. many Greek islands belonged to the Roman Catholic Church who constructed monasteries where Cleric Medicine was developed. In Andros Leo the Mathematician, educated in the illustrious School of Philosophy and later Director of the Magnavra University of Constatinople, discovered rare botanical manuscripts . Probably in Andros and Syros the Catholic Capuchin monks (14–18 thc) practiced folk medicine in their monasteries supported by the bishop D Dellagrammatica. Father Joseph from Lyon was honored.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(1):55—67
Origin Center: Laboratory of Pharmacology,School of Medicine, National and Kapodistrian University of Athens, Αthens, Greece
Keywords: Drugs, ancient era, medieval, Andros island, Cyclades
Corresponding Author: Chr. Tesserommati, 75 M. Asias street, GR-115 27 Goudi, Athens, Greece • e-mail: ctesser@med.uoa.gr

M. Gkeli (1), S. Apergis (1), I. Klapsinou (2), D. Daskalopoulou

DESCRIPTION:
Ectopic thyroid glands are generally a rare entity appearing mostly in the cervical midline and even more rarely in other anatomical sites, posing difficult diagnostic and management problems. We present two women, with a mass in the lateral neck, which increased considerably in the last months. Τhe sonography and the following ultrasound guided fine needle biopsy with cytological examination revealed ectopic thyroid tissue.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(1):68—72
Origin Center: (1) 1st Department of Radiology, (2) Department of Cytology, Anticancer Oncological Hospital of Athens “Ag. Savvas”, Athens, Greece
Keywords: Εctopic thyroid tissue, lateral neck, sonography, ultrasound guided fine needle biopsy, cytological examination
Corresponding Author: Corresponding author: M. Gkeli, 171 Alexandras Ave. GR-115 22, Ampelokipi, Athens, Greece • e-mail: myrgel@gmail.com

ΤΟΜΟΣ 95 Τεύχος 2 Φεβρουάριος 2009

Θ. Παναγιώτου

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Ο σακχαρώδης διαβήτης χαρακτηρίζεται από τη σχέση υπεργλυκαιμίας και μικροαγγειακών επιπλοκών. Επίσης, συνυπάρχει διπλάσιος έως τετραπλάσιος κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου (ΚΑΝ), η οποία αποτελεί την κύρια αιτία θανάτου. Ενώ πολλές επιδημιολογικές μελέτες και μετα-αναλύσεις δείχνουν άμεση σχέση μεταξύ HbA1c και ΚΑΝ, η δυνατότητα της αυστηρής γλυκαιμικής ρύθμισης να μειώσει τα καρδιαγγειακά συμβάματα είναι λιγότερο ξεκάθαρη. Λόγω της συνεχιζόμενης αβεβαιότητας αρκετές μακροχρόνιες μελέτες σχεδιάστηκαν να συγκρίνουν την επίδραση της αυστηρής έναντι της λιγότερο αυστηρής γλυκαιμικής ρύθμισης σε καρδιαγγειακά καταληκτικά σημεία σε σχετικά υψηλού κινδύνου άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Τρεις από αυτές, ACCORD, ADVANCE, VADT, δεν έδειξαν σημαντική μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων με την αυστηρή γλυκαιμική ρύθμιση. Όμως, επί μέρους αναλύσεις δείχνουν ότι ασθενείς με μικρότερης διάρκειας διαβήτη χωρίς εγκατεστημένη αθηρωματική νόσο μπορεί να έχουν όφελος από την αυστηρή γλυκαιμική ρύθμιση. Αντίθετα, είναι πιθανόν οι δυνητικοί κίνδυνοι της αυστηρής γλυκαιμικής ρύθμισης να εξουδετερώνουν τα οφέλη της σε ασθενείς με μεγάλη διάρκεια διαβήτη, γνωστό ιστορικό σοβαρών υπογλυκαιμιών, σοβαρή αθηρωματική νόσο και μεγάλη ηλικία. Ο χαμηλότερος, από τον προβλεπόμενο, ρυθμός της ΚΑΝ στις τρεις μελέτες, όπως και στην πρόσφατα ανακοινωθείσα μελέτη παρακολούθησης της STENO-2, επιβεβαιώνει την πεποίθηση ότι πολυπαραγοντική παρέμβαση, και όχι μόνον η αντιμετώπιση της υπεργλυκαιμίας, αποτελεί την ενδεδειγμένη θεραπευτική τακτική στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου-2.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(2):103—108
Κέντρο Προέλευσης: Γ΄ Παθολογική Κλινική, Διαβητολογικό Ιατρείο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΝΝΘΑ «Η Σωτηρία», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: ACCORD, ADVANCE, VADT, STENO-2, διαβήτης τύπου 2, γλυκαιμική ρύθμιση
Αλληλογραφία: Θ. Παναγιώτου, Γ΄ Παθολογική Κλινική, Διαβητολογικό Ιατρείο, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΝΝΘΑ «Η Σωτηρία», Λεωφ. Μεσογείων 152, 117 27 Αθήνα

Γ.Χ. Σακοράφας, Μ. Σαφιολέας

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η χρόνια παγκρεατίτιδα (ΧΠ) χαρακτηρίζεται από τη χρόνια φλεγμονή και ίνωση του παγκρεατικού παρεγχύματος, που μπορεί να οδηγήσουν σε μη αναστρέψιμη αλλοίωση της φυσιολογικής δομής αυτού και καταστροφή της ενδοκρινούς και εξωκρινούς του μοίρας, με πιθανή την εμφάνιση παγκρεατικής ανεπάρκειας που εκδηλώνεται με σακχαρώδη διαβήτη και στεατόρροια αντίστοιχα. Κατά καιρούς επιχειρήθηκαν διάφορες ταξινομήσεις της ΧΠ (Μασσαλία 1963, Cambridge 1983, Μασσαλία 1984, Ρώμη 1988). Στις πλέον πρόσφατες προσπάθειες ταξινόμησης λαμβάνονται υπόψη επιπλέον διάφοροι μορφολογικοί χαρακτήρες της νόσου, που σήμερα είναι δυνατόν να μελετηθούν λεπτομερώς, κυρίως χάρη στην εξέλιξη των σύγχρονων διαγνωστικών και απεικονιστικών μεθόδων.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(2):109—113
Κέντρο Προέλευσης: Δ΄ Χειρουργική Κλινική Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΠΓΝ «Αττικόν« Αθηνών, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Πάγκρεας, παγκρεατική ανεπάρκεια, διαβήτης, στεατόρροια, ταξινόμηση, χρόνια παγ­κρεατίτιδα, παγκρεατίτιδα
Αλληλογραφία: Γ.Χ. Σακοράφας, Αρκαδίας 19–21, 115 26 Αθήνα • e-mail: georgesakorafas@yahoo.com

Π.Α. Κληρίδης (1), Ε.Κ. Παπαγεωργίου (2)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Οι στατίνες είναι υπολιπιδαιμικά φάρμακα τα οποία χρησιμοποιούνται κυρίως για την αντιμετώπιση της υπερχοληστερολαιμίας. Η χορήγηση των στατινών έχει αυξηθεί θεαματικά τα τελευταία χρόνια, μετά τα αποτελέσματα κλινικών μελετών τα οποία τεκμηριώνουν τη μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι οι στατίνες μπορεί να είναι χρήσιμες στην πρόληψη ή και θεραπεία του καρκίνου μέσω των επιδράσεων σε βασικές κυτταρικές λειτουργίες, όπως ο πολλαπλασιασμός και η διαφοροποίηση των κυττάρων. Πολλές in vitro και in vivo μελέτες έδειξαν ότι οι στατίνες αναστέλλουν την ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων, ευοδώνουν την απόπτωση, επιδρούν στην αγγειογένεση και παρεμβαίνουν στους μηχανισμούς μετάστασης. Ωστόσο, τα μέχρι στιγμής δεδομένα από κλινικές και επιδημιολογικές μελέτες δεν συνιστούν τη χορήγηση στατινών για την πρόληψη ή τη θεραπεία του καρκίνου. Απαιτούνται περαιτέρω κλινικές μελέτες, κατάλληλα σχεδιασμένες για τη διερεύνηση της προφυλακτικής ή/και της θεραπευτικής δράσης των στατινών έναντι του καρκίνου.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(2):114—119
Κέντρο Προέλευσης: (1) Καρδιολογικό Τμήμα, Αντικαρκινικό-Ογκολογι­κό Νοσοκομείο Αθηνών «Ο Άγιος Σάββας», Αθήνα (2) Ιδιωτικό Πνευμονολογικό Ιατρείο, Ν. Σμύρνη, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Yπερχοληστερολαιμία, νεοπλασία, αγγειογένεση, απόπτωση
Αλληλογραφία: Π. Κληρίδης, Μυριοφύτου 52, 171 23 Ν. Σμύρνη, Αθήνα • e-mail: pkliridis@in.gr

Ι.Κ. Τριανταφυλλίδης, Α. Σταματάκη

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η ελκώδης κολίτις και η νόσος του Crohn (ιδιοπαθής φλεγμονώδης εντερική νόσος) αποτελούν χρόνιες, ιδιοπαθείς, υποτροπιάζουσες φλεγμονώδεις καταστάσεις στην αιτιοπαθογένεια των οποίων ανοσολογικές αποκρίσεις, σε συνδυασμό με περιβαλλοντικούς και γενετικούς παράγοντες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο. Όμως αν και η ακριβής αιτιοπαθογένεια τους παραμένει και σήμερα ακόμη εν πολλοίς αδιευκρίνιστη, δεδομένα από πειραματικά μοντέλα, δεδομένα γενετικών μελετών σε ανθρώπους καθώς και δεδομένα κλινικών μελετών και μελετών βασικής έρευνας υποστηρίζουν ότι τα νοσήματα αυτά είναι ετερογενή, χαρακτηριζόμενα από ποικίλλες γενετικές ανωμαλίες οι οποίες προκαλούν επιθετικές αποκρίσεις των Τ-λεμφοκυττάρων έναντι φυσιολογικών βακτηριδιακών ενοίκων του εντερικού αυλού. Οι παράγοντες του περιβάλλοντος θεωρείται ότι συμμετέχουν στην έναρξη και τις υποτροπές της νόσου μεταβάλλοντας παροδικώς τον βλεννογονικό εντερικό φραγμό, διεγείροντας τις ανοσολογικές αποκρίσεις ή μεταβάλλοντας την ισορροπία μεταξύ ωφελίμων και παθογόνων εντερικών βακτηριδίων. Διάφορες γενετικές δια­ταραχές οδηγούν σε παρόμοιους νοσολογικούς φαινότυπους. Οι γενετικές ανωμαλίες θεωρείται επί πλέον ότι προκαλούν διαταραχές στην εντερική διαπερατότητα καθώς και διαταραχές στην ανοσορύθμιση και εξουδετέρωση των βακτηριδίων. Οι διαπιστώσεις αυτές μπορεί ενδεχομένως στο μέλλον να έχουν ως αποτέλεσμα βελτίωση των διαγνωστικών προσεγγίσεων τουλάχιστον σε υποομάδες ασθενών στις οποίες η φυσική ιστορία της νόσου αλλά και η θεραπευτική ανταπόκριση θα μπορούσαν εν μέρει τουλάχιστον να προβλεφθούν. Στην ανασκόπηση αυτή επιχειρείται η παράθεση των σύγχρονων απόψεων σχετικώς με τον ρόλο των περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων στην παθογένεση της αινιγματικής αυτής νόσου.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(2):120—140
Κέντρο Προέλευσης: Γαστρεντερολογικό Τμήμα «Κέντρο Ιδιοπαθούς Φλεγ­μονώδους Εντερικής Νόσου», Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Ελκώδης κολίτις, νόσος Crohn, ιδιοπαθής φλεγμονώδης εντερική νόσος, αιτοπαθογένεια, γενετική, περιβάλλον
Αλληλογραφία: Ι.Κ. Τριανταφυλλίδης, Ιερά Οδός 354, Χαϊδάρι, 124 61 Χαϊδάρι, Αθήνα • e-mail: jkt@vodafone.net.gr

Δ.Ν. Ξυνόπουλος (1), Στ.Π. Μπασιούκας (2), Δ. Κυπραίος (2)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η οξεία κακοήθης εντερική απόφραξη αποτελεί μια συχνή και επείγουσα χειρουργική κατάσταση. Η χειρουργική αποσυμπίεση με κολοστομία με ή χωρίς εκτομή της πρωτοπαθούς εστίας και η επανασύνδεση της κολοστομίας σε δεύτερο χρόνο αποτελεί την παραδοσιακή μέθοδο αντιμετώπισης, αν και έχει συσχετισθεί με υψηλά ποσοστά νοσηρότητας και θνητότητας. Η προεγχειρητική τοποθέτηση εντερικών ενδοπροθέσεων αποτελεί μια εναλλακτική και αποτελεσματική μέθοδο για την αποσυμπίεση της εντερικής απόφραξης, επιτρέποντας τη χειρουργική αντιμετώπιση σε προγραμματισμένη βάση. Αν και τυχαιοποιημένα κλινικά δεδομένα λείπουν, ο ρόλος της προεγχειρητικής τοποθέτησης εντερικών ενδοπροθέσεων σε επείγουσες καταστάσεις με οξεία κακοήθη εντερική απόφραξη έχει αποδειχθεί από οικονομοτεχνικές μελέτες και συγκεντρωτικές αναλύσεις. Η παρούσα ανασκόπηση αξιολογεί τις πρόσφατες εξελίξεις στην τεχνολογία των εντερικών ενδοπροθέσεων και τις ενδείξεις που υποστηρίζουν την τοποθέτησή τους στην προεγχειρητική ή και παρηγορητική αντιμετώπιση του καρκίνου του παχέος εντέρου.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(2):141—148
Κέντρο Προέλευσης: (1) Ενδοσκοπική Μονάδα Γαστρεντερολογικής Κλινικής, (2) Γαστρεντερολογική Κλινική, ΑΟΝΑ “Άγιος Σάββας”, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Καρκίνος παχέος εντέρου, εντερική απόφραξη, ενδοπρόθεση παχέος εντέρου
Αλληλογραφία: Στ.Π. Μπασιούκας, Αγίας Σοφίας 10Α, 152 36 Νέα Πεντέλη, Αθήνα • e-mail: stevenbassioukas@yahoo.gr

Σ.Μ. Στασινού, Μ. Λίτος, Στ. Αντωνίου

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η υστεροσκόπηση είναι μία ήπια επεμβατική μέθοδος που χρησιμοποιείται για διάγνωση, αλλά και θεραπεία, παθήσεων του ενδομητρίου. Προσφέρει άμεση επισκόπηση της ενδομήτριας κοιλότητας και χρησιμοποιείται στη διάγνωση των παθήσεων αυτής, εναλλακτικά ή συμπληρωματικά με τις άλλες μεθόδους διερεύνησης. Επίσης επιτρέπει τη λήψη κατευθυνόμενων βιοψιών, την αφαίρεση μορφωμάτων όπως πολύποδες και υποβλεννογόνια ινομυώματα, τη διατομή διαφραγμάτων και την καταστροφή (ablation) ή την εκτομή (resection) του ενδομητρίου. Όπως με κάθε επεμβατική μέθοδο, απαιτείται σωστή προεγχειρητική προετοιμασία, καλή τεχνική κατάρτιση και εγρήγορση μετεγχειρητικά. Το τεχνικό και επιστημονικό υπόβαθρο η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των υστεροσκοπικών επεμβάσεων εξετάζονται αναλυτικά στο παρόν άρθρο.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(2):149—155
Κέντρο Προέλευσης: Γυναικολογική Κλινική Γενικό Νοσοκομείο Αθη-νών «Γ. Γεννηματάς», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Υστεροσκόπηση, υστεροσκόπιο, ινομύωμα, μηνορραγία, μητρορραγία
Αλληλογραφία: Σ.Μ. Στασινού, Αετιδέων 17, 155 61 Χολαργός, Αθήνα

Α.Κ. Καδδά

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η παρούσα μελέτη στοχεύει στη συνοπτική παρουσίαση του περιεχομένου του υπ΄ αρ. 218 χειρογράφου της Μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους, ως ανέκδοτης πηγής ιατρικής γνώσης και πρακτικής στην ελληνική κοινωνία του 16ου-17ου αιώνα. Για τον σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκε έρευνα με υλικό το περιεχόμενο του χειρογράφου και κύριο μεθοδολογικό εργαλείο την ανάλυσή του απ΄ όπου προέκυψαν τα ακόλουθα: το υπό μελέτη χειρόγραφο αποτελείται από είκοσι αρχικά φύλλα με νεότερες σημειώσεις, πίνακα περιεχομένων, νεότερες συνταγές βοτάνων, μικρογραφίες και επτά κείμενα. Στο πρώτο κείμενο-ιατροσόφι που απευθύνεται στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, εκτίθεται όλη η ιατρική με αναφορά σε νοσήματα, στις αιτίες, στα συμπτώματα και στην θεραπεία τους. Στο δεύτερο κείμενο, περιγράφονται θεραπευτικά μέσα-παρασκευάσματα για διάφορες παθήσεις, αναφέρονται τα τέσσερα στοιχεία του ανθρώπου, τα είδη σφυγμών, ούρων και αποφλεγματισμών. Στο τρίτο κείμενο, παραθέτονται οι αντίθετες ημέρες κάθε μήνα, οι αντιλήψεις του Ιπποκράτη για την ζωή-θάνατο καθώς και θεραπευτικά παρασκευάσματα για ορισμένες παθήσεις. Στο τέταρτο κείμενο, αναλύονται τα τέσσερα στοιχεία του κόσμου, η σχέση τους με συγκεκριμένες παθήσεις και η θεραπεία τους. Στο πέμπτο κείμενο, αναφέρονται είδη ούρων και αιμάτων και παρουσιάζονται οι εύχυμες και κακόχυμες τροφές. Στο έκτο κείμενο, εξηγούνται αλφαβητικά τα άγνωστα βότανα. Το έβδομο κείμενο περιλαμβάνει ένα ιατροσόφι με θεραπευτικά μέσα-παρασκευάσματα για διάφορες παθήσεις.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(2):156—161
Κέντρο Προέλευσης: Τμήμα Νοσηλευτικής, Διοίκηση Μονάδων Υγείας, Κοινωνιολογία της Υγείας, Πανεπιστήμιο Πελοπον­νήσου, Πελοπόννησος
Λέξεις Κλειδιά: Χειρόγραφο, ασθένειες, θεραπεία, θεραπευτικά μέσα-παρασκευάσματα, βότανα, πρόληψη, Ιπποκράτης
Αλληλογραφία: Α.Κ. Καδδά, Αθηνάς 3, 121 37 Κηπούπολη, Αθήνα • e-mail: natasa12@in.gr

Ι. Σκόνδρας (1), Α. Πασσαλίδης (1), Γ. Βάος (2), Θ. Αϊβάζογλου

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Το πνευμονικό απόλυμα είναι μια σπάνια οντότητα και συγχρόνως μια ασυνήθιστη αιτία υποτροπιάζουσας βρογχοπνευμονίας στα παιδιά. Παρουσιάζεται περίπτωση ασθενούς ηλικίας 4 ετών με ιστορικό επαναλαμβανόμενων λοιμώξεων του αναπνευστικού από την ηλικία των 6 μηνών έως 12 μηνών. Η διάγνωση του εξωλόβιου πνευμονικού απολύματος ετέθη με τη βοήθεια της αξονικής υπολογιστικής τομογραφίας καθώς και της αγγειογραφίας, η οποία ανέδειξε την αιμάτωσή του από αρτηριακό κλάδο της κοιλιακής αορτής. Η αντιμετώπιση ήταν χειρουργική.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(2):162—166
Κέντρο Προέλευσης: (1) Β΄ Παιδοχειρουργικό Τμήμα, Νοσοκομείο Παίδων Π & Α Κυριακού, Αθήνα, (2) Παιδοχειρουργική Κλινική ΔΠΘ, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, Αλε­ξανδρούπολη
Λέξεις Κλειδιά: Εξωλόβιο πνευμονικό απόλυμα, πνευμονία, υποτροπιάζουσα πνευμονία, παιδί
Αλληλογραφία: Ι.Κ. Σκόνδρας, Ήβης 11, 152 34 Χαλάνδρι, Αθήνα • e-mail: skondras@yahoo.gr

ΤΟΜΟΣ 95 Τεύχος 2 Φεβρουάριος 2009

Th. Panagiotou

DESCRIPTION:
Diabetes is defined by its association with hyperglycemia-specific microvascular complications; however, it also imparts a two- to fourfold risk of cardiovascular disease (CVD), which is, by far, the greatest cause of death in people with diabetes. Whereas man epidemiologic studies and meta-analyses have clearly shown a direct relationship between HbA1c and CVD events has been less clearly defined. Because of ongoing uncertainty several long-term trials were launched to compare the effects of intensive versus standard glycemic control on CVD outcomes in relatively high risk participants with established type-2 diabetes. Three of them, ACCORD, ADVANCE, VADT, showed no significant reduction in cardiovascular outcomes with intensive glycemic control. However, subset analyses suggest the hypothesis that patients with shorter duration of type-2 diabetes and without established atherosclerosis might reap cardiovascular benefit from intensive glycemic control. Conversely, it is possible that potential risks of intensive glycemic control may overweigh its benefits in other patients, such as those with a very long duration of diabetes, known history of severe hypoglycemia, advanced atherosclerosis and advanced age. The lower – than – predicted CVD rates in ACCORD, ADVANCE and VADT, as well as the recent long-term follow-up of the STENO-2 multiple risk factor intervention, provide strong confirmation of the concept that comprehensive care of diabetes involves treatment of all vascular risk factors – not just hyperglycemia.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(2):103—108
Origin Center: 3rd Department of Internal Medicine, Diabetic Clinic, University of Athens, “Sotiria” Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: ACCORD, ADVANCE, VADT, STENO-2, diabetes type 2, metabolic centro
Corresponding Author: Th. Panagiotou, 3rd Department of Internal Medicine, Diabetic Clinic, University of Athens, “Sotiria” Hospital of Athens, 152 Mesogion Ave., GR-117 27 Athens, Greece

G.H. Sakorafas, M. Safioleas

DESCRIPTION:
Chronic pancreatitis is characterized by progressive inflammation and fibrinous changes of the pancreatic parenchyma, leading to irreversible alteration of its normal texture and to destruction of endocrine and exocrine parts of the pancreas. Possible clinical manifestations of these changes is pancreatic insufficiency (diabetes mellitus and steatorrhea, respe­ctively). In the past, different classification systems have been presented (Marseille 1963, Cambridge 1983, Marseille 1984, Rome 1988). In the recent classification systems many morphological characters of the disease are taken into account, since this is currently possible, mainly due to recent advances of modern diagnostic and imaging methods.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(2):109—113
Origin Center: 4th Department of Surgery, Medical School, Athens University,, “Attikon” University Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Pancreas, pancreatic insufficiency, diabetes, steatorrhea, classification, chronic pancreatitis, pancreatitis
Corresponding Author: G.H. Sakorafas, 19–21 Arkadias street, GR-115 26 Athens, Greece • e-mail: georgesakorafas@yahoo.com

P.A. Kliridis (1), E.K. Papageorgiou (2)

DESCRIPTION:
3-hydroxy-3-methylglutaryl coenzyme A (HMG-CoA) reductase inhibitors, known as statins, are potent suppressors of cholesterol biosynthesis in humans and are used for the treatment of hypercholesterolemia. In recent years, multiple clinical trials have proved that the use of statins reduces the risk of cardiovascular morbidity and mortality. As a result, their use has risen arbitrarily. There is a plethora of experimental evidence that statins might be useful for cancer prevention and/or treatment via effects on cell cycle, such as cell proliferation and differentiation. In vitro and in vivo studies have demonstrated that statins inhibit tumor growth and induce apoptosis. Also, they affect angiogenesis and impair the metastatic potential of tumor cells. At present however, statins cannot be recommended for primary prevention or therapy of cancer, because of the conflicting evidence from clinical and epidemiological studies. Suitable clinical studies are necessary for further investigation of the potential chemo-preventive and therapeutic properties of statins.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(2):114—119
Origin Center: (1) Cardiology Department, “Aghios Savvas” Cancer Hospital of Athens, (2)Private Pneumonology Surgery, N. Smyrni, Athens, Greece
Keywords: Ηypercholesterolemia, neoplasia, angiogenesis, apoptosis
Corresponding Author: P. Kliridis, 52 Myriofytou street, GR-171 23, N. Smyrni, Athens, Greece • e-mail: pkliridis@in.gr

J.K. Triantafillidis, A. Stamataki

DESCRIPTION:
Inflammatory bowel disease (ulcerative colitis and Crohn’s disease) represent a group of idiopathic, chronic, inflammatory situations in the pathogenesis of which, environmental and genetic factors seem to play a significant role. Although the exact pathogenetic mechanisms are largerly unknown data on experimental colitis as well as genetic studies and studies in basic science suggest that in the near future we will be able to fully clarify the exact pathogenetic mechanisms involved in the intestinal inflammation. The available data suggest that the disease is heterogeneous, exchibiting various genetic abnormalities resulting in abnormal aggressive reactions of T-lemphocytes against normal bacterial component of the enteric lumen. In the initiation and recurrence of the disease, environmental factors participate actively by altering the intestinal permeability, inducing immunological responses or disrupting the balance between beneficial and aggressive enteric flora. Various genetic abnormalities result in similar disease phenotypes. Genetic abnormalities are causing disturbances in intestinal permeability as well as disturbances on immunomodulation and in antibacterial activity. Knowledge of these disturbancies could result in improvement in our diagnostic confronting of subgroups of patients in whom the natural history and response to treatment could –at least in part– be predicted. In this review we discuss the role of environmental and genetic factors involved in the pathogenesis of this enigmatic disease under the light of current literature.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(2):120—140
Origin Center: Gastrenterology Clinic, “Center for Inflammatory Bowel Disease” General Hospital Nikaia, Piraeus, Greece
Keywords: Ulcerative colitis, Crohn’s disease inflammatory bowel disease, etiopathogenesis, genetics, environment
Corresponding Author: Ι.Κ. Triantafillidis, 354 Iera Odos street, GR-124 61 Haidari, Athens, Greece • e-mail: jkt@vodafone.net.gr

D.Ν. Xinopoulos (1), St.P. Bassioukas (2), D. Kypreos (2)

DESCRIPTION:
Acute colonic obstruction due to malignancy is often a surgical emergency. Surgical decompression with colostomy with or without resection and eventual re-anastomosis has traditionally been the treatment of choice. These procedures have been associated with a significant morbidity and mortality rate. Preoperative colonic stenting is effective for decompressing the obstructed colon and may allow for surgery to be performed on an elective basis. Although randomized clinical data are lacking, the role for preoperative stenting in the emergent management of acute malignant colonic obstruction has been supported by cost-effectiveness analysis studies and several pooled analyses that demonstrate efficacy and safety. This review evaluates the latest developments in colonic stent technology, indications for use in the preoperative setting, and evidence to support their use in this setting.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(2):141—148
Origin Center: (1) Endoscopy unit and Gastroenterology Clinic, (2) Gastroenterology Clinic, Hellenic Anticancer Institute, “Agios Savas” Hospital, Athens, Greece
Keywords: Colon cancer, colonic obstruction, colonic stent
Corresponding Author: St.P. Bassioukas, 10Α Agias Sofias street, GR-152 36 N. Penteli, Athens, Greece • e-mail: stevenbassioukas@yahoo.gr

S.M. Stasinou, M. Litos, St. Antoniou

DESCRIPTION:
Hysteroscopy is a minimally invasive surgical technique that is used for the diagnosis and treatment of endometrial pathology. It allows direct visualization of the endometrial cavity and is used together with or alternatively to the other diagnostic means. Moreover, it can be used for taking directed biopsies, for removing endometrial polyps, submucous fibroids or septae, and for resecting or ablating the endometrium. Like with every surgical procedure, preoperative preparation, postoperative vigilance and adequate surgical training are of paramount importance. This article analyses the technical background, the safety and the efficacy of hysteroscopic procedures.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(2):149—155
Origin Center: Department of Gynecology, “G. Gennimatas” General Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Ηysteroscopy, hysteroscope, fibroids, menorrhagia, metrorrhagia
Corresponding Author: S.M. Stasinou, 17 Aetideon street, GR-155 61, Cholargos, Athens, Greece

A.K. Kadda

DESCRIPTION:
This study aims to present the No 218 manuscript of Monastery of Iviron, Mount Athos. For this purpose a research was made with the following results: the under study manuscript consists of seven scripts. In the first script-nostrum, we find reports of diseases and their cure. At the second script therapeutic means-preparations are described, the four elements are mentioned as well as the types of pulse, urine and phlegm-eject. The third script informs us of the opposite days of month, of the opinion of Hippocrates for life and of therapeutic preparations. In the fourth script the four elements of the world are presented as well as their relationship with diseases. In the fifth script we find information about types of urine and blood and about food, succulent or not. The sixth script explains to us the unknown herbs. In the seventh script a nostrum is included concerning therapeutic means-preparations.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(2):156—161
Origin Center: Nursing Department Sociologist, Msc Health Units’ Ma­nagement, Sociology of Health, University of Pelo­ponnisos, Peloponnisos, Greece
Keywords: Manuscript-nostrum, diseases, cure, therapeutic means-preparations, herbs, prevention, Hippocrates
Corresponding Author: Α.Κ. Kadda, 3 Athinas street, GR-121 37 Kipoupoli, Athens, Greece • e-mail: natasa12@in.gr

I. Skondras (1), A. Passalidis (1), G. Vaos (2), Th. Aivazoglou

DESCRIPTION:
Pulmonary sequestration is a rare congenital anomaly. We describe a 4-year old girl with four recurrent episodes of pneumonia located in the same lobe that was diagnosed to have extralobar sequestration. The diagnosis was confirmed by CT and digital angiography that demonstrated the ectopic artery coming directly from the abdominal aorta. Resection of the lesion was performed successfully.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(2):162—166
Origin Center: (1) 2nd Department of Pediatric Surgery, Aglaia Kyriakou Children’s Hospital, Athens, Greece, (2) Pediatric Surgical Department DUTH, General University Hospital of Alexandroupoli, Greece
Keywords: Extralobar pulmonary sequestration, pneumonia, recurrent pneumonia, child
Corresponding Author: Ι.K. Skondras, 11 Ivis street, GR-152 34 Halandri, Athens, Greece • e-mail: skondras@yahoo.gr

ΤΟΜΟΣ 95 Τεύχος 3 Μάρτιος 2009

Μ. Γκέλη (1), Α.Ν. Χαλαζωνίτης (2), Ι.Α. Αποστολάκης (3)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Ο τομέας της εφαρμογής της Ιατρικής Πληροφορικής στην Ελλάδα γενικότερα αλλά και στο ογκολογικό νοσοκομείο ειδικότερα, είναι ακόμη στην αρχή. Επίσης, όσον αφορά την εφαρμογή πληροφοριακών συστημάτων στα Ελληνικά νοσοκομεία, τα ποσοστά είναι επίσης πολύ χαμηλά σε σχέση με τα αντίστοιχα των υπολοίπων Ευρωπαϊκών χωρών. Μία από τις σημαντικές διαδικασίες, που ανήκει κατά το πλείστον στο χώρο των απεικονιστικών πληροφοριακών εφαρμογών και χρήζει σχεδιασμού, είναι αυτή της διαχείρισης των ιατρικών εικόνων μέσα στο χώρο του ογκολογικού νοσοκομείου. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να προταθεί ένα μοντέλο το οποίο να θέτει τις προδιαγραφές για την ανάπτυξη ενός πληροφοριακού συστήματος που θα αναφέρεται στη διαχείριση (παραγωγή, αποθήκευση, επεξεργασία και επικοινωνία) της ιατρικής εικόνας στο περιβάλλον του ογκολογικού νοσοκομείου. Το προτεινόμενο μοντέλο συνοδεύεται από τρία υποθετικά σενάρια εφαρμογών διαχείρισης της ιατρικής εικόνας στην καθημερινή κλινική πράξη ενός ογκολογικού νοσοκομείου.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(3):187—199
Κέντρο Προέλευσης: (1) Α΄ Ακτινολογικό Τμήμα, ΑΟΝΑ «Ο Άγιος Σάββας», Αθήνα, (2 Ακτινοδιαγνωστικό Εργαστήριο, ΓΝΑ «Αλεξάνδρα», Αθήνα, (3) Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Ιατρική εικόνα, διαχείριση, αρχειο­θέτηση, ιατρική πληροφορική, ογκολογικό νοσοκομείο, ογκολογική απεικόνιση
Αλληλογραφία: Μ. Γκέλη, Λεωφ. Αλεξάνδρας 171, 115 22 Αμπελόκηποι, Αθήνα • e-mail: mvrgel@gmail.com

I.K. Τριανταφυλλίδης, Γ. Μαλγαρινός

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η νόσος Crohn και η ελκώδης κολίτις χαρακτηρίζονται από αυξημένη άθροιση και κατακράτηση δραστικών μακροφάγων, ουδετεροφίλων και T-κυττάρων στο φλεγμαίνον εντερικό τοίχωμα, όπου και ενεργοποιούνται απελευθερώνοντας φλεγμονώδεις κυτταροκίνες. Αυτό είναι αποτέλεσμα αυξημένης προσέλευσης και αυξημένης επιβίωσης λόγω της μειωμένης απόπτωσης. Η νόσος Crohn είναι κατά κύριο λόγο αντίδραση τύπου TH1- και TH17, ενώ η ελκώδης κολίτις φαίνεται να αποτελεί άτυπη αντίδραση τύπου TH2. Αν και άμεση ένδειξη μειονεκτικής λειτουργίας των ρυθμιστικών Τ-κυττάρων στην Ιδιοπαθή Φλεγμονώδη Εντερική Νόσο (ΙΦΕΝ) δεν έχει αποδειχθεί, εντούτοις υπάρχουν διαρκώς αυξανόμενες ενδείξεις που συνηγορούν στο ότι οι φυσικές ανοσιακές αποκρίσεις στη νόσο του Crohn είναι μειονεκτικές. Η θεραπεία αποσκοπεί ευθέως στον αποκλεισμό της ενεργοποίησης των δραστικών κυττάρων, στον αποκλεισμό των φλεγμονωδών κυτταροκινών και των υποδοχέων τους, στην αναστολή των αλληλεπιδράσεων T-κυττάρων και αντιγονοπαρουσιαστικών κυττάρων μέσω εκλεκτικής αναστολής των ενεργών κυττάρων, στην ευόδωση των αποπτωτικών διεργασιών και τέλος στην αύξηση της δραστικότητος των ρυθμιστικών κυττάρων. Επιπλέον αυτοπεριοριζόμενες, μη ειδικές λοιμώξεις μπορούν να προκαλέσουν χρόνια φλεγμονή ή να ενεργοποιήσουν προϋπάρχουσα ανενεργό φλεγμονώδη νόσο. Είναι πιθανό ότι επιμένουσα λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει ΙΦΕΝ σε άτομα τα οποία αδυνατούν να εκριζώσουν τη λοίμωξη (π.χ. άτομα με ορισμένους CARD15 πολυμορφισμούς). Είναι πολύ πιθανό ότι στο εγγύς μέλλον θα διαπιστωθούν υποομάδες ασθενών με ΙΦΕΝ με ειδικούς παθογενετικούς μηχανισμούς πρόκλησης της νόσου και προβλέψιμες αποκρίσεις στη θεραπεία

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(3):200—223
Κέντρο Προέλευσης: Γαστρεντερολογικό Τμήμα, Γενικό Κρατικό Νοσο­κομείο Νίκαιας, Νίκαια
Λέξεις Κλειδιά: Ελκώδης κολίτις, νόσος Crohn, ιδιοπαθής φλεγμονώδης εντερική νόσος, αιτιοπαθογένεια, ανοσολογικοί παράγοντες
Αλληλογραφία: I.K. Tριανταφυλλίδης, Ιερά Οδός 354, 124 61 Χαϊδάρι, Αθήνα • e-mail: jkt@vodafone.net.gr

Α. Θανοπούλου, Μ. Νούτσου, Α. Κοφίνης, Ε. Σπανού, Β. Καραμάνος

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
ΣΚΟΠΟΣ της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η συνοσηρότητα από καρκίνο και οι σχετιζόμενοι μ’ αυτήν παράγοντες σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2), διάρκειας τουλάχιστον 10 ετών, που παρακολουθούνται συστηματικά στο Διαβητολογικό Κέντρο (ΔΚ) της Κλινικής μας και εξετάστηκαν κατά τη διάρκεια του 2008. ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΣ Μελετήθηκαν 765 ασθενείς με μέσο όρο ηλικίας 68,6+0,3, διάρκειας διαβήτη 19,5+0,3, δείκτη μάζας σώματος (ΒΜΙ) 28,5+0,7 και γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνη (HbA1c) 7,0+0,0. Το 59,2% των ασθενών λάμβανε αντιδιαβητικά δισκία, 9,4% δισκία και βασική ινσουλίνη και 31,4% αποκλειστικά ινσουλίνη. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Οι ασθενείς με καρκίνο ήταν το 11,6% του συνόλου. Συγκριτικά με τους ασθενείς που δεν έπασχαν από καρκίνο ήταν γηραιότεροι (71,1+1,0 έναντι 68,3+0,4, p<0,01), εμφάνισαν διαβήτη σε μεγαλύτερη ηλικία (51,2+1,1 έναντι 48,9+0,4, p<0,05), αλλά είχαν μεγαλύτερη διάρκεια διαβήτη (21,2+1,0 έναντι 19,3+0,3, p<0,05) και κάπνιζαν συχνότερα (66,7% έναντι 51,1%, p<0,05). Δεν διέφεραν ως προς το φύλο, την αντιδιαβητική αγωγή, το μεταβολικό έλεγχο ή το BMI. Παρά τα αναμενόμενα, ο καρκίνος του προστάτη ήταν ο συχνότερα παρατηρηθείς τύπος (22,5%), ενώ ο καρκίνος του παχέος εντέρου και του πνεύμονα δεν ήταν συχνοί (9,0% και 5,6% αντίστοιχα). ΣυμπερAσματα (α) Οι ασθενείς με ΣΔ2 που παρακολουθούνται στο ΔΚ παρουσιάζουν μεγάλη συνοσηρότητα από καρκίνο, (β) Δεν διακρίνονται μέσω συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, συνεπώς (γ) Πρέπει να τονίζονται εμφατικά οι στρατηγικές πρόληψης και η σημασία της προσυμπτωματικής ανίχνευσης του καρκίνου στους ασθενείς μας.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(3):224—232
Κέντρο Προέλευσης: Διαβητολογικό Κέντρο, Β΄ Παθολογική Κλινική Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΓΝΑ «Ιπποκράτειο», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, κακοήθεια, συνοσηρότητα, προσυμπτωματική ανίχνευση
Αλληλογραφία: Α. Θανοπούλου, Βασ. Σοφίας 114, 115 27 Αθήνα

Α. Κόιος (1), Τ. Γκαράνη-Παπαδάτου (2), Ν. Κόιος (3)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η παρούσα εργασία έχει ως σκοπό τη διερεύνηση και αξιολόγηση των γνώσεων και απόψεων του ιατρικού προσωπικού του Γενικού Νοσοκομείου Σερρών σε θέματα Βιοηθικής. Το ποσοστό συμμετοχής ανήλθε στο 65,3% των ερωτηθέντων. Τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας είναι τα εξής: Τα βιοηθικά ζητήματα απασχολούν το ιατρικό προσωπικό, με συχνότητα τουλάχιστον μία φορά το μήνα σε ποσοστό 70%. Η νομική πλευρά των ζητημάτων αυτών απασχολεί τους ιατρούς περισσότερο από ότι η ηθική (78% και 63% αντίστοιχα). Κατά την επαφή τους με ένα βιοηθικό πρόβλημα, οι γιατροί πράττουν κυρίως σύμφωνα με τη συνείδησή τους (61%) και δευτερευόντως ζητούν βοήθεια από τους προϊσταμένους τους (46%). Ως κυριότερες πηγές γνώσης για τη Βιοηθική εμφανίζονται οι συζητήσεις με συναδέλφους (46%) και ακολούθως ειδικά βιβλία και περιοδικά (40%). Παρόλο που το 84% βλέπει θετικά τη δημιουργία μίας Επιτροπής Βιοηθικής στο νοσοκομείο, μόνο ένας στους τρεις γνωρίζει ότι το ρόλο της επιτροπής αυτής έχει το Επιστημονικό Συμβούλιο του Νοσοκομείου. Μεγάλο και έντονο ενδιαφέρον παρουσιάζεται για επιμόρφωση σε θέματα Βιοηθικής. Τα σημαντικότερα βιοηθικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ιατροί είναι οι αποφάσεις αναφορικά με το τέλος της ζωής, ο χειρισμός δύσκολων καταστάσεων σε σχέση με τη συμπεριφορά προς τους ασθενείς και οι δυσκολίες στην εφαρμογή θεραπευτικών ή διαγνωστικών μεθόδων λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: (1) Βιοκλινική Θεσσαλονίκης, (2) Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, (3) Τμήμα Ορθόδοξης Θεολογίας Πανεπι­στήμιο Μονάχου Ludwigs-Maximilian
Λέξεις Κλειδιά: Βιοηθική, τέλος ζωής, επικοινωνία με ασθενείς, εκπαίδευση, λήψη αποφάσεων
Αλληλογραφία: Α. Κόιος, Δελφών 17, 555 35 Πυλαία Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη • e-mail: thakoios@gmail.com

Α.Κ. Καδδά

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο τη διερεύνηση της κοινωνικής διάστασης της υγείας και της ασθένειας στην πορεία της ιστορίας, δεδομένου του σημαντικού ρόλου των κοινωνικών παραγόντων στην πρόκληση της ασθένειας και στην προστασία της υγείας σε όλες τις κοινωνίες και εποχές. Για τον σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκε ανασκόπηση της ελληνικής και ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας. Τα αποτελέσματα της ανασκόπησης έδειξαν τα εξής: (i) στις πρωτόγονες κοινωνικές ομάδες, η υγεία βασίζεται στην πλήρη συμμετοχή του ανθρώπου στην κοινότητα και θεωρείται ένδειξη αρμονίας των σχέσεων του ατόμου, της κοινωνίας και των δυνάμεων του σύμπαντος, ενώ η ασθένεια ως δυσαρμονία αυτών, (ii) στην αρχαία Ελλάδα, οι αντιλήψεις για την υγεία και την ασθένεια είναι προσανατολισμένες γύρω από το ευρύτερο εξωτερικό περιβάλλον, (iii) κατά την ελληνορωμαϊκή εποχή, ο Γαληνός υποστηρίζει τις επιδράσεις του περιβάλλοντος και της ατομικής συμπεριφοράς στην υγεία, (iv) στους μετέπειτα αιώνες, οι επιδημίες αποτελούν παράγοντα δημογραφικών αλλαγών και κοινωνικής απόγνωσης, (v) κατά το 17–18ο αιώνα, τα κινήματα του μερκαντιλισμού και του Διαφωτισμού παρουσιάζουν έντονο κοινωνικό χαρακτήρα, (vi) στη σύγχρονη εποχή, με την ανάδυση του βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου και του ορισμού του ΠΟΥ για την υγεία, αναγνωρίζεται η επίδραση του ψυχοκοινωνικού περιβάλλοντος στην υγεία και στην ασθένεια.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Περιοδικότητα: Ιατρική 2009, 95(3):245—250
Κέντρο Προέλευσης: Τμήμα Νοσηλευτικής, Διοίκηση Μονάδων Υγείας, Κοινωνιολογία της Υγείας, Πανεπιστήμιο Πελοπον­νήσου, Σπάρτη, Πελοπόννησος
Λέξεις Κλειδιά: Υγεία, ασθένεια, κοινωνική διάσταση, ιστορία, εξωτερικό περιβάλλον
Αλληλογραφία: Α.Κ. Καδδά, Αθηνάς 3, 121 37 Κηπούπολη, Αθήνα • e-mail: natasa12@in.gr

ΤΟΜΟΣ 95 Τεύχος 3 Μάρτιος 2009

M. Gkeli (1), A.N. Chalazonitis (2), I.A. Apostolakis (3)

DESCRIPTION:
The sector of application of Medical Information technology in Greece in general but more specifically in the oncological hospital is still in the beginning. Also, concerning the application of informative systems in the Greek hospitals the percentage is still very low compared to similar hospitals in other European countries. One of the important processes that belong in the range of the imagining informative applications and requires planning, is that of the management of medical pictures in the workspace of an oncological hospital. Aim of the present work is to propose a model which places specifications for the growth of informative system that will report the management (production, storage, treatment and communication) of the medical picture in the environment of oncological hospital. The proposed model is accompanied by three hypothetical scripts of application in the management of the medical picture in the daily clinical practice of oncological hospital.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(3):187—199
Origin Center: 3rd Department of Internal Medicine, Diabetic Clinic, University of Athens, “Sotiria” Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Medical picture, management, archiving, medical informatics, oncological hospital, oncological imaging
Corresponding Author: Μ. Gkeli, 171 Alexandras Ave., GR-115 22 Ampelokipi, Athens, Greece • e-mail: mvrgel@gmail.com

J.K. Triantafillidis, G. Malgarinos

DESCRIPTION:
Crohn’s disease and ulcerative colitis are characterized by increased concentration of active macrophages, neutrophils and T-cells in the inflamed bowel. Activation of these inflammatory cells causes release of various inflammatory cytokines. The augmentation of active cells in the inflamed bowel wall is the result of increased concentration and survival, due to reduced apoptosis. Crohn’s disease is mainly a type TH1- and TH17 reaction, while ulcerative colitis seems to be an atypical type of TH2 reaction. There are no indications for defective function of T-modulating cells in inflammatory bowel disease (IBD). However, there is increased evidence that innate immune reactions are indeed defective. Treatment of the disease aims mainly to reduce the degree of activation of inflammatory cells, to inactivate inflammatory cytokines and their receptors, to diminish the degree of cooperation between T-cells and antigen-presenting cells by selectively inhibiting the active cells, to promote the apoptotic pathways and to increase the activity of modulating cells. In addition self-limited and non-specific infections can cause chronic inflammation or activation of a preexisting non-clinical inflammatory condition. It is possible that persisted infection can cause IBD in subjects who cannot eradicate the infection (e.g. subjects with CARD15 polymorphisms). In the near future it will be possible to recognize subgroups of patients with IBD, harboring specific pathogenetic mechanisms of induction of the disease, and thus to predict the response to treatment.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(3):200—223
Origin Center: Gastroenterology Clinic, General Hospital of Nikaia, Nikaia, Greece
Keywords: Ulcerative colitis, Crohn’s disease, inflammatory bowel disease, etiopathogenesis, immunological factors
Corresponding Author: J.K. Triantafillidis, 354 Iera Odos street, GR-124 61 Chaidari, Athens, Greece • e-mail: jkt@vodafone.net.gr

A. Thanopoulou, M. Noutsou, A. Kofinis, E. Spanou, B. Karamanos

DESCRIPTION:
ΑΙΜ  To determine cancer co-morbidity in type 2 diabetes (T2DM) patients followed regularly at an outpatient diabetes clinic and to investigate possible factors related to it. MATERIAL-METHODS Seven hundred sixty five subjects (58.8% men) with T2DM of at least 10 years’ duration were examined during 2008. Their mean age was 68.6+0.3y, mean diabetes duration 19.5+0.3 y, mean BMI 28.5+0.7 and mean HbA1c 7.0+0.0. Most (59.2%) were treated with OHA’s, 9.4% with OHA’s plus basal insulin and 31.4% were exclusively insulin-treated. Results Cancer co-morbidity was observed in 11.6% of the patients. Patients with cancer compared with those without cancer were older (71.1+1.0 vs 68.3+0.4, p<0.01), diagnosed with diabetes at an older age (51.2+1.1 vs 48.9+0.4, p<0.05), had longer diabetes duration (21.2+1.0 vs 19.3+0.3, p<0.05) and were more frequently present or ex smokers (66,7% vs 51,1%, p<0.05). They did not differ in sex, therapeutic regime, metabolic control or BMI. Unexpectedly, prostate cancer was the most frequently observed (22.5%) type, while colon and lung cancer were not frequent (9.0% and 5.6% respectively). Conclusions: (a) Patients with T2DM regularly followed in our clinic show high cancer co-morbidity, (b) No specific characteristics can discriminate patients with cancer, therefore, (c) Presymptomatic cancer detection and prevention strategies may have to be reinforced and incorporated to the systematic evaluation of our patients.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2008, 95(3):224—232
Origin Center: Diabetes Centre, 2nd Department of Internal Medicine, National University of Athens, “Hippokration” General Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Type 2 diabetes mellitus, malingancy, co-morbitity, cancer pre-symptomatic diagnosis
Corresponding Author: A. Thanopoulou, 114 Vas. Sophias Ave., GR-115 27 Athens, Greece

A. Koios (1), T. Garanis-Papadatos (2), Ν. Koios (3)

DESCRIPTION:
This paper seeks to examine and evaluate the knowledge and attitudes of the medical personnel of the General State Hospital of Serres regarding bioethical issues. The survey was conducted with questionnaires between November 15, 2007 and December 11, 2007. (65.3% response rate). 70% of the participants face bioethical problems at least once a month. The legal aspects of these problems concern doctors more than the ethical aspects (78% and 63% respectively.) When doctors are confronted with a bioethical dilemma, they act according to their conscience (61%) and only 46% ask for help from their supervisors. Basic sources of information regarding bioethics include conversations with colleagues (46%) and books and magazines (40%) The most important problems that doctors face are end of life decisions, management of difficult situations and problems in the application of therapeutic or diagnostic methods because of patients’ religious beliefs. There seems to be an extreme interest in seminars on bioethics. Participants suggest education through customized seminars and analysis of case studies, establishment of a flexible bioethics committee as well as presence of a psychologist at the hospital on a daily basis as well as presence of a legal advisor.

INFORMATION:

Origin Center: (1) Bioclinic of Thessaloniki, (2) National School of Public Health, (3) Institute of Orthodox Theology, Ludwigs-Ma­ximilian University of Munich
Keywords: Bioethics, end of life, communication with patients, education, decision making
Corresponding Author: A. Koios, 17 Delfon str., GR-555 35 Pilea of Thessaloniki, Greece • e-mail: thakoios@gmail.com

A.K. Kadda

DESCRIPTION:
The present study aims to investigate the social dimension of health and illness in the course of history, given the important role of social factors in inducing diseases and protecting health in all societies and periods of time. For this purpose a review of Greek and other literature was made. The results of this review were the following: (i) at primitive social units, health is founded on the complete integration of man to the community and is considered as a sign of harmony in man’s relationships, in society and in the powers of the universe while illness is a sign of disharmony, (ii) in Ancient Greece the beliefs about health and illness are oriented towards the wide outer environment, (iii) during Hellenic-Roman times Galenos supports that environment and personal behaviours affect health, (iv) in posterior centuries epidemics cause demographic changes and social despair, (v) during 17th–18th century the movements of mercantilism and illuminism have intense social features, (vi) in modern times, because of the emergence of bio-psycho-social model and the definition of health given by WHO, it is now recognised that psychosocial environment affects health and illness.

INFORMATION:

Periodicity: Iatriki 2009, 95(3):245—250
Origin Center: Nursing Department Health Units’ Ma­nagement, Sociology of Health, University of Pelo­ponnisos, Sparti, Peloponnisos, Greece
Keywords: Ηealth, illness, social dimension, history, outer environment
Corresponding Author: A.K. Kadda, 3 Athinas street, GR-121 37 Kipoupoli, Athens, Greece • e-mail: natasa12@in.gr

ΤΟΜΟΣ 95 Τεύχος 4 Απρίλιος 2009

Κ. Λασιθιωτάκης, O. Ζώρας

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η έγκαιρη διάγνωση του κακοήθους μελανώματος αποτελεί βασικό μέρος στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της νεοπλασματικής αυτής νόσου. Η διάγνωση του μελανώματος είναι κατά βάση κλινική, εξαρτάται από την εμπειρία του ιατρού και φαίνεται ότι μπορεί να βελτιωθεί σημαντικά με τη χρήση της δερματοσκόπησης. Η χειρουργική αφαίρεση του μελανώματος σε πρώιμο στάδιο, με επαρκή όρια εκτομής, οδηγεί στην ίαση σε μεγάλο ποσοστό. Το εύρος εκτομής του μελανώματος εξαρτάται από το βάθος διήθησης κατά Breslow και δεν επηρεάζει την πιθανότητα εμφάνισης απομακρυσμένων μεταστάσεων και την ολική επιβίωση από τη νόσο. Σχετίζεται, όμως, με την πιθανότητα τοπικής υποτροπής. Σε μελανώματα υψηλού κινδύνου συνιστάται η βιοψία του λεμφαδένα φρουρού, η οποία έχει σημαντική προγνωστική αξία και ελαττώνει σημαντικά το ποσοστό μη απαραίτητων λεμφαδενεκτομών. Η συμπληρωματική θεραπεία με IFN-α προτείνεται για ασθενείς με μελάνωμα υψηλού μεταστατικού κινδύνου. Σε αυτούς τους ασθενείς η IFN-α βελτιώνει τη βραχυπρόθεσμη επιβίωση και την επιβίωση χωρίς νόσο. Σε περιπτώσεις λεμφαδενικών μεταστάσεων, συνιστάται ριζική λεμφαδενεκτομή με ή χωρίς συμπληρωματική θεραπεία. Η «πλήρης» μεταστασεκτομή είναι η μόνη θεραπεία, που σχετίζεται θετικά με την ολική επιβίωση στη μεταστατική νόσο. Η συστηματική χημειοθεραπεία ενδείκνυται σε ασθενείς με ανεγχείρητες μεταστάσεις και σχετίζεται με ποσοστά ανταπόκρισης έως 50%, χωρίς όμως να μεταβάλλει το διάστημα της συνολικής επιβίωσης. Η ακτινοθεραπεία έχει περιορισμένο ρόλο σε περιπτώσεις ανεγχειρήτων υποτροπών μελανώματος, που δεν ανταποκρίνονται στη συστηματική θεραπεία, σε συμπτωματικές οστικές μεταστάσεις και σε μεταστάσεις στον εγκέφαλο. Η απομονωμένη διά¬χυση μέλους με μελφαλάνη, με ή χωρίς TNF-α, υπό ήπια υπερθερμία αποτελεί καλή θεραπευτική επιλογή σε περιπτώσεις ανεγχειρήτων υποτροπών στα μέλη και σχετίζεται με υψηλά ποσοστά ανταπόκρισης και με διά¬σωση του μέλους. Η παρακολούθηση των ασθενών με δερματικό μελάνωμα, χρησιμοποιώντας απεικονιστικές εξετάσεις, φαίνεται ότι είναι πιο αποτελεσματική και ενδείκνυται σε ασθενείς με πρωτοπαθείς όγκους υψηλού κινδύνου, καθώς και σε ασθενείς με μεταστατικό μελάνωμα.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
Κέντρο Προέλευσης: Γενική Χειρουργική Κλινική, Πανεπιστημιακό Νοσο­κομείο Ηρακλείου, Ιατρικό Τμήμα, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Κρήτη
Λέξεις Κλειδιά: Mελάνωμα, διάγνωση, θεραπεία, παρακολούθηση
Αλληλογραφία: Ο. Ζώρας, Γενική Χειρουργική Κλινική, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηράκλειου, Ιατρικό Τμήμα, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 711 10 Κρήτη e-mail: ozoras@med.uoc.gr

Ρ.Α. Μπαντίλα, Ι. Κώστογλου-Αθανασίου

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η ινσουλινοθεραπεία είναι μορφή θεραπευτικής αντιμετώπισης του σακχαρώδους διαβήτου που καθίσταται όλο και συχνότερα αναγκαία. Η ινσουλινοθεραπεία έχει υποστεί δραματικές εξελίξεις τα τελευταία χρόνια και γίνεται όλο και πιο εύχρηστη και αποτελεσματική στην αντιμετώπιση του σακχαρώδους διαβήτου. Η ανασυνδυασμένη ανθρώπινη ινσουλίνη αποτέλεσε μεγάλη θεραπευτική εξέλιξη που έλυσε τα προβλήματα της αλλεργίας και της μη ανοχής της. Τα ανάλογα της ινσουλίνης είναι μεγάλη πρόοδος καθώς μετέβαλαν τη διάρκεια δράσης της ινσουλίνης, το χρόνο ημιζωής της και το χρόνο έναρξης της δράσης της. Η εισπνεόμενη ινσουλίνη εισήλθε στη θεραπεία και λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών και μεγάλου κόστους απομακρύνθηκε από την κυκλοφορία, αλλά γίνονται ερευνητικές προσπάθειες για τη βελτίωσή της με σκοπό την επαναφορά της. Η από του στόματος χορηγούμενη ινσουλίνη είναι ήδη μια πραγματικότητα σε μερικά μέρη του κόσμου και αναμένεται να αποτελέσει τη μεγάλη θεραπευτική επανάσταση. Η ανακάλυψη των έξυπνων ινσουλινών που θα αποδεσμεύονται όταν είναι αναγκαίες θα καταστήσει την ινσουλινοθεραπεία ασφαλέστερη και αποτελεσματικότερη. Οι ερευνητικές και φαρμακολογικές αυτές πρόοδοι έχουν ήδη επιφέρει μια θεραπευτική επανάσταση στο χώρο του σακχαρώδους διαβήτου και αναμένεται να καταστήσουν τη δύσκολη αυτή και χρόνια νόσο μια εύκολα αντιμετωπιζόμενη κατάσταση.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Ενδοκρινολογικό Τμήμα, ΓΝ Αθηνών « Κοργιαλένειο-Μπενάκειο» ΕΕΣ, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Ινσουλίνη, ανάλογα ινσουλίνης, ινσουλινοθεραπεία, μεταμόσχευση β-κυττάρων παγκρέατος, σακχαρώδης διαβήτης
Αλληλογραφία: Ι. Κώστογλου-Αθανασίου, Κορινθίας 7, 115 26 Αθήνα

Π.Κ. Τσιμπούρης (1), Χρ.Ν. Καλαντζής(2), Ελ.Γ. Αναστασάκης (3)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Δεδομένου ότι η ιδιοπαθής φλεγμονώδης νόσος του εντέρου (ΙΦΝΕ) ξεκινά συνήθως σε νεαρή ηλικία, το 25% των ασθενών με ΙΦΝΕ θα τεκνοποιήσει μετά τη διάγνωση της νόσου. Εκτός της σουλφασαλαζίνης, της μετρονιδαζόλης και της σιπροφλοξασίνης, τα υπόλοιπα φάρμακα για τη θεραπεία της ΙΦΝΕ δεν επηρεάζουν σημαντικά τη γονιμότητα. Στην εγκυμοσύνη η ίδια η νόσος και οι κυριότερες θεραπείες της σχετίζονται με πρόωρο τοκετό και μικρό βάρος και ύψος νεογνού. Τα παράγωγα του 5-αμινοσαλικυλικού οξέος (5-ASA) επιτρέπονται σε ημερήσιες δόσεις ως 3 g μεσαλαζίνης ή σουλφασαλαζίνης, η αζαθειοπρίνη ως 125 mg και η 6-μερκαπτοπουρίνη ως 75 mg. Η κυκλοσπορίνη, το τακρόλιμους και τα αντιβιοτικά θεωρούνται σχετικά ασφαλή. Το infliximab, αν και γενικά θεωρείται ασφαλές κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης, ίσως να αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης συγγενών διαμαρτιών. Τα κορτικοστεροειδή, εκτός από τα τοπικά σκευάσματα, καλό είναι να αποφεύγονται, ενώ η μεθοτρεξάτη αντενδείκνυται απόλυτα. Στο θηλασμό τα δεδομένα είναι ελάχιστα. Εκτός από τα ανοσοκατασταλτικά, στα οποία ο θηλασμός είναι καλό να αποφεύγεται, τα υπόλοιπα φάρμακα μάλλον είναι ασφαλή. Ο θηλασμός πρέπει να αναβάλλεται για 3 ώρες μετά τη χορήγηση πρεδνιζολόνης όταν η δόση ξεπερνά το 20 mg ημερησίως, ενώ στα 5-ASA η δόση να περιορίζεται στα 3 g μεσαλαζίνης ημερησίως.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1Γαστρεντερολογική Κλινική, ΓΝ «ΝΙΜΤΣ» Αθηνών, 2Γαστρεντερολογική Κλινική, «Γ. Γεννηματάς» Νοσο­κομείο Αθηνών, 3Μαιευτήριο «Λητώ», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Iδιοπαθής φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, ελκώδης κολίτιδα, νόσος του Crohn, γονιμότητα, εγκυμοσύνη, γαλουχία.
Αλληλογραφία: Π.Κ. Τσιμπούρης, Μπισκίνη 29, 157 71 Ζωγράφου e-mail: tsibofam@yahoo.com

Λ. Γώγου

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Στο διαφοροποιημένο καρκίνο του θυρεοειδούς (ΔΚΘ) που εμφανίζει συνήθως καλή πρόγνωση, η παρακολούθηση της νόσου γίνεται με την πρόσληψη 131I, το ολόσωμο σπινθηρογράφημα (WBS) με 131I ή με 123I και ιδιαίτερα με τη μέτρηση της θυρεοσφαιρίνης (Tg) ορού και των αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων. Σε περιπτώσεις αποδιαφοροποίησης της νόσου καθώς και σε ειδικούς ιστολογικούς υποτύπους όταν οι τιμές Τg είναι αυξημένες και το WBS με 131I αρνητικό, η PET και ιδιαίτερα η PET/CT έχει ενδιαφέροντα ρόλο. Λόγω της ειδικής χωρικής διακριτικής ικανότητας του συστήματος και του ευρέως γνωστού ιχνηθέτου (δηλαδή της 18F-FDG) δίνεται η δυνατότητα απεικόνισης μικρής λεμφαδενικής υποτροπής στον τράχηλο ή μετάστασης στο υπόλοιπο σώμα. Μικρές πνευμονικές μεταστάσεις που συνήθως διέφευγαν με την PET απεικόνιση, απεικονίζονται με την PET/CT μέσω της σύντηξης των εικόνων. Η ευαισθησία της μεθόδου αναλόγως του υλικού συνολικά κυμαίνεται στο 75–90%, η ειδικότητα σε 90% και η διαγνωστική ακρίβεια 89%. Σε δύσκολους ιστολογικούς υποτύπους όπως το Hürthle cell καρκίνωμα τα ποσοστά ευαισθησίας κυμαίνονται από 92–100% και η διαγνωστική ακρίβεια σε 96%. Η παράλληλη χρήση της ανασυνδυασμένης (rh) TSH βοήθησε να απεικονιστούν περισσότερες βλάβες ακόμη και με χαμηλές τιμές Tg. Ο μυελοειδής καρκίνος του Θυρεοειδούς είναι πιο σπάνια αλλά πιο επιθετική μορφή της νόσου, που εκκρίνει καλσιτονίνη. Αν και η 18F-FDG δεν είναι ο ειδικός ιχνηθέτης εν τούτοις η ευαισθησία κυμαίνεται από 60–80% και η ειδικότητα στο 85%. Δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ επιπέδων καλσιτονίνης και απεικόνισης βλαβών. Υποστηρίζεται ότι η πλέον αποδιαφοροποιημένη μορφή της νόσου εκκρίνει λιγότερη καλσιτονίνη και εμφανίζει υψηλότερη πρόσληψη 18F-FDG. Ο μυελοειδής καρκίνος, που έχει συχνά συμπεριφορά νευροενδοκρινών όγκων, απεικονίζεται και με άλλους ιχνηθέτες όπως 18F-DOPA PET με υψηλότερη ευαισθησία έναντι της 18F-FDG και αναδεικνύει περισσότερες βλάβες τόσο στον τράχηλο όσο και στο μεσοθωράκιο. Τέλος, η χρήση του 124I PET – αν και περιορισμένη– συμβάλλει περισσότερο στην καλύτερη απεικόνιση και εκτίμηση της δοσιμετρίας των θυρεοειδικών υπολειμμάτων ή της μεταστατικής νόσου.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Τμήμα PET/CT, Νοσοκομείο «Υγεία», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Καρκίνος θυρεοειδούς, παρακολούθηση, PET positron emission tomography, (ποζιτρονιακή τομογραφική απεικόνιση), SUV, 18F-FDG, 18F-DOPA, 124I.
Αλληλογραφία: Λ. Γώγου, Λ. Κηφισίας & Ερ. Σταυρού 4, 151 23 Μαρούσι, Αθήνα

Nτ. Τηνιακού (1), Α. Mπατιστάτου (2), Κ. Χαραλαμπόπουλος (3),

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Ο ιατρικός ανθρωπισμός αφορά σε ένα πολυεπιστημονικό πεδίο αποτελούμενο από ανθρωπιστικές επιστήμες (θεωρία λογοτεχνίας και τέχνης, φιλοσοφία, ηθική, ιστορία και θρησκειολογία), κοινωνικές επιστήμες (ανθρωπολογία, ψυχολογία και κοινωνιολογία) και τέχνες (λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογράφος, μουσική και εικαστικές τέχνες), και τη διδασκαλία του στις Ιατρικές Σχολές με ειδικό πρόγραμμα εκπαίδευσης σε θεωρητικό και εφαρμοσμένο κλινικό επίπεδο. Όλες οι επιστήμες του Ιατρικού Ανθρωπισμού συμβάλλουν στην υψηλής ποιότητας εκπαίδευση των μελλοντικών γιατρών. Η παρακολούθηση μαθημάτων εικαστικών τεχνών βελτιώνει την παρατηρητικότητα και τη διαγνωστική ικανότητα των φοιτητών ιατρικής. Η λογοτεχνία επάγει τη φαντασία και είναι πηγή πληροφοριών για τη φύση και την πηγή των ανθρώπινων συναισθημάτων, της συμπεριφοράς και της έκφρασης του λόγου. Η φιλοσοφία βοηθά στην ανάπτυξη αναλυτικής και συνθετικής σκέψης. Η διδασκαλία της ιστορίας της ιατρικής συντελεί στην αποφυγή επανάληψης λαθών και αναδεικνύει ερευνητικούς και θεραπευτικούς προβληματισμούς. Η ιατρική ηθική και δεοντολογία καθοδηγεί και οριοθετεί τις σχέσεις γιατρού-ασθενή και τις σχέσεις του γιατρού με τους συναδέλφους του και το περιβάλλον του ασθενή. Το μάθημα του Ιατρικού Ανθρωπισμού διδάσκεται σε Πανεπιστήμια της Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής και της Αυστραλίας συνήθως για ένα εξάμηνο στα πρώτα έτη προπτυχιακών σπουδών. Στόχος του μαθήματος είναι η καλλιέργεια της φαντασίας και της κατανόησης δεδομένων μέσω αναλυτικών και συνθετικών διεργασιών, η ανάπτυξη δεξιοτήτων παρακολούθησης και προσεκτικής ερμηνείας της «γλώσσας» των ασθενών και της συμπεριφοράς τους, η ανάπτυξη σωστών σχέσεων ιατρού-ασθενούς και, τέλος, η ανάδειξη προσωπικών και επαγγελματικών αξιών.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1Εργαστήριο Ιστολογίας-Εμβρυολογίας, Ια­τρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 2Εργαστή­ριο Παθολογικής Ανατομικής, 3Εργαστήριο Φυσιολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 4Καρδιοθω­ρα­κοχειρουργική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο
Λέξεις Κλειδιά: Iατρική εκπαίδευση, ανθρωπιστικές επιστήμες.
Αλληλογραφία: Ντ.Γ. Τηνιακού, Μ. Ασίας 75, Γουδή, 115 27 Αθήνα e-mail: dtiniak@med.uoa.gr

I. Tουρκαντώνης (1), N. Μακριλιά (1) Π. Καλκανδή (2) Μ. Μερίκας

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Λιγότερο από 70 περιπτώσεις μη-μικροκυτταρικού καρκίνου πνεύμονα με γαστρικές μεταστάσεις έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία, καθώς η επίπτωσή τους κυμαίνεται από 0.2 έως 0.4%. Οι περισσότερες γαστρικές μεταστάσεις βρίσκονται τυχαία κατά τη νεκροτομή, δεδομένου ότι οι ασθενείς έχουν συχνά μη ειδικά συμπτώματα. Ο πιο συχνός ιστολογικός τύπος καρκίνου του πνεύμονα που εμπλέκεται είναι το μεγαλοκυτταρικό καρκίνωμα, ενώ οι δευτεροπαθείς γαστρικές μεταστάσεις στο πλακώδες καρκίνωμα του πνεύμονα είναι σπάνιες. Σε αυτό το άρθρο παρουσιάζουμε δύο περιπτώσεις ασθενών οι οποίοι διαγνώσθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Σωτηρία και είχαν υποβληθεί αρχικά σε χειρουργική εξαίρεση όγκου πνεύμονα λαμβάνοντας στη συνέχεια συμπληρωματική χημειοθεραπεία και οι οποίοι παρουσίασαν αρκετά έτη αργότερα μέλαινες κενώσεις λόγω γαστρικής μετάστασης. Τα ιστοπαθολογικά χαρακτηριστικά του αρχικού όγκου του πνεύμονα και του γαστρικού όγκου ήταν ίδια, παρουσιάζοντας μορφολογία από πλακώδη κύτταρα πνεύμονα. Συμπερασματικά, οι νοσοκομειακοί γιατροί πρέπει να είναι προσεκτικοί για να μην παρερμηνεύσουν τα συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα ως παρενέργειες της χημειοθεραπείας ή ως συμπτώματα των εγκεφαλικών μεταστάσεων.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1Ογκολογική Μονάδα, Γ΄ Πανεπιστημιακή Παθολο­γική Κλινική, Ιατρική Σχολή Αθηνών, ΓΝΝΘΑ «Η Σωτηρία», 2Εργαστήριο Παθολογικής Ανατομίας, Ιατρική Σχολή Αθηνών, ΓΝΝΘΑ «Η Σωτηρία», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Γαστρική μετάσταση, πλακώδες καρκίνωμα πνεύμονα
Αλληλογραφία: Ι. Τουρκαντώνης, Ογκολογική Μονάδα ΓΠΠΚ, Γενικό Νοσοκομείο «Η Σωτηρία», Μεσογείων 152, 115 27 Αθήνα e-mail: tourkantonis@hotmail.com/itourkant@med.uoa.gr

ΤΟΜΟΣ 95 Τεύχος 4 Απρίλιος 2009

K. Lasithiotakis, O. Zoras

DESCRIPTION:
Early diagnosis of cutaneous melanoma is essential for its successful treatment. Diagnosis of cutaneous melanoma is primarily clinical, depending on the experience of the physician and can be improved significantly with the use of epiluminescence dermoscopy. Surgical excision of early cutaneous melanoma is curative in the majority of patients. The excision margins depends on Breslow tumor thickness and are not associated with the risk of distant relapse and the disease specific survival. However, it is associated with the local recurrence risk. In high risk melanomas, sentinel node biopsy may offer significant prognostic information and may decrease the number of unnecessary lymphadenectomies. Adjuvant treatment with IFN-a is appropriate for high risk melanoma patients. In these patients, IFN-a improves short term survival and disease free survival. In patients with lymph node metastasis radical lymphadenectomy is indicated with or without adjuvant treatment. “Complete” metastasectomy is the only treatment associated with improvement of the overall survival at the stage of distant metastasis. Systemic treatment is indicated in patients with inoperable metastases, is associated with response rates up to 50%, but it has not been shown to prolong significantly the overall survival. Radiation therapy has a limited role in inoperable metastases unresponsive to systemic treatment and in symptomatic skeletal and brain metastases. Isolated limb perfusion with meffalan with or without TNFa under mild hyperthermia represents an effective therapy in patients with inoperable recurrences on the limbs and it is associated with high rates of response and limb salvage. Follow-up of cutaneous melanoma patients with the use of extensive imaging methods seems to be cost effective in patients with high risk primary melanoma.

INFORMATION:

Origin Center: Surgical Department, University Hospital of Heraklio, Medical School, University of Creta, Creta, Greece
Keywords: Cutaneous melanoma, diagnosis treatment, follow up
Corresponding Author: Surgical Department, University Hospital of Heraklio, Medical School, University of Creta, Creta, Greece e-mail: ozoras@med.uoc.gr

R.A. Badila, Ι. Kostoglou-Athanassiou

DESCRIPTION:
Insulin therapy is often necessary for the management of diabetes mellitus and recently it appears to be more often unavoidable. Insulin therapy has changed dramatically over the last few years and has become an easily applicable and efficient tool in the management of diabetes mellitus. Recombinant human insulin was a major therapeutic development and solved the problems of allergy and non tolerance. Insulin analogs are a major achievement and altered the duration and onset of action and time of half life of insulin. Inhalable insulin has entered the therapeutic pallet, having however been almost immediately withdrawn due to adverse effects and high cost. Research efforts are continuing in order to improve inhalable insulin and reintroduce it in the market. Oral insulin is already a reality in some areas of the world and it is expected to be a major therapeutic revolution. The recent discovery of smart insulins which will be released in the circulation when necessary will be the long sought for glucose sensor at the molecular level. The aforementioned research and pharmacologic developments have brought about a therapeutic revolution in diabetes mellitus and it is expected that they may make this debilitating and chronic disease an easily manageable ailment.

INFORMATION:

Origin Center: Department of Endocrinology, “Red Cross” Hospital, Athens, Greece
Keywords: Ιnsulin, insulin analogs, insulin therapy, pancreatic β-cells transplantation, diabetes mellitus
Corresponding Author: Ιnsulin, insulin analogs, insulin therapy, pancreatic β-cells transplantation, diabetes mellitus.

P.K. Tsibouris (1), Chr.N. Kalantzis (2), El.G. Anastassakis(3)

DESCRIPTION:
As far as inflammatory bowel disease (IBD) initiates at a young age, 25% of IBD patients conceive after disease diagnosis. All other medication for IBD treatment, except sulfasalazine and antibiotics, do not affect fertility. During pregnancy disease course and its treatment have been related with preterm delivery and low mean birth weight and height. 5-aminosalicylic acid (5-ASA) products dose should not exceed 3 g of mesalamine or sulfasalazine, azathioprine 125 mg and 6-mercaptopurine 75 mg daily. Cyclosporine, tacrolimus and antibiotics are thought to be rather safe. Although infliximab is generally thought to be safe during the first trimester of pregnancy, it may increase the relative risk for congenital malformations. Corticosteroids, except of topical formulation, should better be avoided, while methotrexate is absolutely contraindicated. We have scarce data on breast-feeding. Except of immunosuppressants that should better be avoided during breast-feeding, all other medication are rather safe. Breast-feeding should be delayed for three hours when the daily dose of prednizolone is higher than 20 mg, while the daily dose of mesa­lamine should not exceed 3 g.

INFORMATION:

Origin Center: 1Gastroenterology Clinic, “NIMTS” General Hospital of Athens, 2Gastroenterology Clinic, “G. Gennimatas” General Hospital of Athens, 3“Lito” Maternity Hospital, Athens, Greece
Keywords: Inflammatory bowel disease, ulcerative colitis, Crohn’s disease, fertility, pregnancy, breast-feeding.
Corresponding Author: P.K. Tsibouris, 29 Biskini street, GR-157 71 Zografou, Greece e-mail: tsibofam@yahoo.com

L. Gogou

DESCRIPTION:
Nuclear Medicine procedures have been useful in the management of thyroid cancer after thyroidectomy. Serial Thyroglobulin (Tg) measeuremts and whole body scan (WBS) using 131I have been widely used for the detection of metastases of differentiated thyroid cancer (DTC). It became apparent that there were patients with increased Tg levels and negative WBS. The utility of 18F-FDG PET scan in patients with elevated serum Tg and negative WBS was confirmed by several studies. The sensitivity of 18F-FDG in detecting metastases ranged from 75% to 90%, the specificity was 90% and the diagnostic accuracy 89%. In addition to lesion detectability, there is also evidence that 18F-FDG is an independent prognostic indicator for thyroid cancer recurrence. Strongest predictor of survival was the volume of 18F-FDG avid disease and the SUV of the lesion. Hürthle cell cancer is a histologic subtype of DTC that is clinically more aggressive. The tumor shows little iodine uptake but can be identified with 18F-FDG PET. The sensitivity varies between 92–100%. Medullary thyroid cancer is a rare calcitonin secreting tumor. After thyroidectorny 18F-FDG PET has sensitivity of 60–80% for localizing metastatic disease. Interestingly, there was no correlation between calcitonin level and the lesion detection. It has been suggested that undifferentiated cancers which secret less calcitonin may show higher 18F-FDG uptake. More specific PET tracers such as 18F-DOPA may be more appropriate for the detection of recurrent or metastatic medullary thyroid cancer. Finally PET imaging with an other tracer, 124I, provides images of higher spatial resolution and lesion detectability compared with planar scintigraphy using 131I. The main purpose of 124I imaging is lesion dosimetry.

INFORMATION:

Origin Center: Department PET/CT Hospital “Hygeia”, Athens, Greece
Keywords: Thyroid cancer, follow up, treatment evaluation, SUV, 18F-FDG, 18F-DOPA, 124I, positron emission tomography.
Corresponding Author: L. Gogou, Kifisias Ave. & 4 Er. Stavrou, GR-151 23 Marousi, Athens, Greece

D. Tiniakos (1) A. Batistatou (2) K. Charalabopoulos (3), D. Do

DESCRIPTION:
Medical humanism (Medical hu­manities) has been introduced in the undergraduate curriculum of many medical schools of Europe, North America and Australia during the last two decades. It refers to a multidisciplinary field, consisting of humanities (theory of literature and arts, philosophy, ethics, history and theology), social sciences (anthropology, psychology and sociology) and arts (literature, theater, cinema, music and visual arts). All sciences included in medical humanities are important for the high quality education of future doctors. The attendance of courses on art and art critics improves the observational skills of medical students. Literature increases imagination and provides information on the nature and source of human emotions and on human behavior through narratives of illness. Study of philosophy facilitates the development of analytical and synthetic thinking. Teaching of history of medicine aids in avoiding the repetition of mistakes and nurtures medical skepticism. Medical ethics and professional deontology guide the patient-doctor relationship and the relations between physicians and their colleagues or patients’ relatives. The medical humanities course integrated in the undergraduate curriculum of the medical school has as ultimate aim the teaching of Medicine as a human experience.

INFORMATION:

Origin Center: 1Laboratory of Histology-Embryology, Medical School, University of Athens, 2Department of Pathology, 3Department of Physiology, Medical School, University of Ioannina, 4Department of Cardiothoracic Surgery, Medical School, University of Patras, Greece
Keywords: Humanities, medical education, medical curriculum.
Corresponding Author: D.G. Tiniakos, 75 M. Asias street, GR-115 27 Goudi, Athens Greece e-mail: dtiniak@med.uoa.gr

I. Tourkantonis (1) N. Makrilia (1) P. Kalkandi (2) M. Merikas (

DESCRIPTION:
Less than 70 cases of non-small cell lung cancer with metastases to the stomach have been reported in literature, as their incidence ranges from 0,2 to 0,4%. Most gastric metastases are incidentally found at autopsy as patients often have non-specific symptoms. The most common lung cancer histologic type involved is large cell carcinoma. Gastric metastases secondary to squamous lung carcinoma constitute an even more rare entity. In this article we present two such cases reported at “Sotiria General Hospital” in Athens. Both patients had initially been submitted to surgical excision of primary lung tumours followed by adjuvant chemotherapy and presented several years later with melena owing to gastric metastasis. Histopathological features of both the primary tumour of the lung and gastric tumour were identical, showing squamous cell lung carcinoma. In conclusion, clinicians must be careful not to misinterpret symptoms from the gastrointestinal tract as chemotherapy side effects or as brain metastases symptoms.

INFORMATION:

Origin Center: 1Oncology Unit, 3rd Department of Medicine, “Sotiria” General Hospital, Athens School of Medicine, Greece, 2Laboratory of Pathology-Anatomy, “Sotiria” General Hospital, Athens School of Medicine, Athens, Greece
Keywords: Gastric metastasis, squamous cell lung carcinoma.
Corresponding Author: I. Tourkantonis, 3rd Department of Medicine, Athens University School of Medicine, “Sotiria” General Hospital, Mesogion 152, GR-115 27 Athens, Greece, e-mail:tourkantonis@hotmail.com/itourkant@med.uoa.gr

ΤΟΜΟΣ 95 Τεύχος 5 Μαιος 2009

Α.Γ. Κάτσας

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
Κέντρο Προέλευσης: Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Ο Ευαγγελισμός», Αθήνα
Αλληλογραφία: Αλληλογραφία: Α.Γ. Κάτσας, Βρασίδα 7–9, 115 28 Αθήνα

Ε.Γ. Σιαμά, Μ.Δ. Σιώνη, Σ.Π. Ντουράκης

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η ηωσινοφιλία είναι εύρημα που απασχολεί συχνά τον κλινικό γιατρό. Βάσει του αριθμού των ηωσινοφίλων στο αίμα διακρίνεται σε ήπια, μέτρια ή σοβαρή. Αιτιολογικά, η ηωσινοφιλία μπορεί να είναι είτε οικογενής είτε συνηθέστερα επίκτητη, πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής. Στις αναπτυσσόμενες χώρες η πιο συχνή αιτία δευτεροπαθούς αύξησης των ηωσινοφίλων είναι οι παρασιτώσεις, ενώ στις ανεπτυγμένες οι αλλεργικές διαταραχές με βασικό εκπρόσωπο το βρογχικό άσθμα. Η διάγνωση του υπερηωσινοφιλικού συνδρόμου (ΗΕS) τίθεται εξ αποκλεισμού. Η πρόσφατη ανακάλυψη του γονιδίου FIP1L1- PDGFRA οδήγησε στη συζήτηση κατά πόσον θα πρέπει ο μυελοϋπερπλαστικός υπότυπος του ΗΕS να θεωρηθεί μορφή Χρόνιας Ηωσινοφιλικής Λευχαιμίας. Το εύρημα της αύξησης των ηωσινοφίλων έχει αναφερθεί επίσης σε αρκετές περιπτώσεις κακοήθων αιματολογικών νοσημάτων αλλά και συμπαγών νεοπλασμάτων. Αρκετές παθήσεις με κύρια εντόπιση των διαταραχών στο δέρμα, τους πνεύμονες ή το γαστρεντερικό μπορεί να συνοδεύονται από ηωσινοφιλία. Η σωστή προσέγγιση του ασθενούς περιλαμβάνει τη λεπτομερή λήψη του αναμνηστικού του, τον ενδελεχή αντικειμενικό έλεγχο, γενικές και βιοχημικές εξετάσεις αίματος και την απλή ακτινογραφία. Ακολουθούν ειδικές κατά περίπτωση ορολογικές και ιστολογικές εξετάσεις. Σκοπός της ανασκόπησης αυτής είναι η διερεύνηση των αιτιών ηωσινοφιλίας και του τρόπου προσέγγισης ασθενών με αυτό το εύρημα.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Β΄ Παθολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Ιπποκράτειο» ΠΓΝΑ, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Ηωσινοφιλία, ηωσινόφιλα, υπερηωσινοφιλικό σύνδρομο.
Αλληλογραφία: Σ.Π. Ντουράκης, Αχαΐας 28, 115 23 Αθήνα e-mail: spdour@med.uoa.gr

Λ. Γώγου

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Οι νευροενδοκρινείς όγκοι είναι μια ετερογενής ομάδα νεοπλασμάτων. Οι περισσότεροι είναι καλά διαφοροποιημένοι, αλλά ένα τμήμα αυτών είναι πτωχά διαφοροποιημένοι όγκοι με επιθετική συμπεριφορά. Η απεικόνιση γίνεται με τις ακτινολογικές απεικονιστικές τεχνικές (u/s, CT, MRI). Η Πυρηνική Ιατρική με τη λειτουργική απεικόνιση υποδοχέων σωματοστατίνης προσφέρει επιπλέον διαγνωστική πληροφορία και εκτίμηση για περαιτέρω δυνατότητα των αναλόγων Σωματοστατίνης για θεραπευτικούς σκοπούς. Η Τομογραφία Εκπομπής Ποζιτρονίων (ΡΕΤ) με 18F-FDG έχει περιορισμένη χρήση για όγκους χαμηλής διαφοροποίησης και υψηλής αναγεννητικής ικανότητας. Η απεικόνιση υποδοχέων Σωματοστατίνης με 68Ga-DOTA NOC PET/CT είναι μια πολύ καλή διαγνωστική τεχνική για σταδιοποίηση και επανασταδιοποίηση της νόσου. Ακόμη και μικρές βλάβες (πρωτοπαθής όγκος ή μετάσταση) που είναι δύσκολο να απεικονιστούν με CT, MRI ή u/s μπορούν να ανιχνευθούν με την τεχνική αυτή, αν η πυκνότητα των υποδοχέων είναι υψηλή. Η 18F-L-DOPA PET απεικονίζει λειτουργικά καρκινοειδή που παράγουν βιογενείς αμίνες. Η 11C-5 HTP PET απεικονίζει όγκους που εκκρίνουν σεροτονίνη και εμφανίζει υψηλότερη ευαισθησία συγκριτικά με CT και SRS για ανίχνευση μικρών βλαβών. Η χορήγηση Carbidopa βελτιώνει την απεικόνιση τόσο σε 18F-L-DOPA όσο και σε 11C-5 HTP. Οι τεχνικές Πυρηνικής Ιατρικής, η μεταβολική απεικόνιση με PET/CT και η ανάπτυξη ειδικών ραδιοφαρμάκων για ΡΕΤ μελέτες προσφέρουν πολύ ενθαρρυντικά αποτελέσματα με υψηλή διαγνωστική ευαισθησία για την παρακολούθηση των νευροενδοκρινών όγκων.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Τμήμα PET/CT, Nοσοκομείο «Υγεία», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Νευροενδοκρινείς όγκοι, PET/CT, 18F-FDG, 68Ga DOTA NOC, 18F-L-DOPA, 11C-5 HTP
Αλληλογραφία: Λ. Γώγου, Λ. Κηφισίας & Ερ. Σταυρού 4, 151 23 Μαρούσι, Αθήνα

Γ.Χ. Σακοράφας, Μ. Σαφιολέας

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Ο καρκίνος του μαστού απετέλεσε σοβαρό πρόβλημα υγείας ήδη από την αρχαιό­τητα. Αναφορές για τη νόσο υπάρχουν στον πάπυρο Edwin Smith. Στην αρχαιότητα διάφοροι ιατροί ασχολήθηκαν με τον καρκίνο του μαστού, όπως ο Ιπποκράτης ο Κώος και στη συνέχεια ο Γαληνός, ο Κέλσος κ.λπ. Οι αντιλήψεις του Γαληνού κυριάρχησαν στη σκέψη των γιατρών για αρκετούς αιώνες, αποτελώντας τελικά τροχοπέδη στην εξέλιξη των γνώσεών μας. Η αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού παρέμεινε γενικά στάσιμη στη διάρκεια των πρώτων χριστιανικών χρόνων και του μεσαίωνα, ενώ στην αναγέννηση η εξέλιξη των βασικών επιστημών δυστυχώς δεν συνοδεύθηκε από αντίστοιχη πρόοδο στην αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 4η Χειρουργική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, «Αττικόν» ΠΓΝ Αθηνών, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Καρκίνος μαστού, ιστορική αναδρομή, θεραπεία, χειρουργική, αρχαιότητα.
Αλληλογραφία: Γ.Χ. Σακοράφας, Αρκαδίας 19–21, 115 26 Αθήνα e-mail: georgesakorafas@yahoo.com

ΤΟΜΟΣ 95 Τεύχος 5 Μαιος 2009

Α.G. Katsas

INFORMATION:

Origin Center: “Evangelismos” General Hospital of Athens, Athens, Greece
Corresponding Author: A.G. Katsas, 7–9 Vrasida street, GR-115 28 Athens, Greece

E.G. Siama, M.D. Sioni, S.P. Dourakis

DESCRIPTION:
Peripheral eosinophilia is a common finding for the clinician. Eosinophilia can be mild, moderate or severe according to the eosinophil count in the peripheral blood. Peripheral eosinophilia can be either familial or acquired, primary or secondary. The diagnosis of Hypereosinophilic Syndrome (HES) is a diagnosis of exclusion. The recent discovery of the FIP1L1- PDGFRA fusion gene has led to the debate whether the myeloproliferative subtype (m-HES) should be considered as a form of Chronic Eosinophilic Leukemia or not. Peripheral eosinophilia has been described in several cases of hematologic or solid malignancies. Several conditions that affect mainly the skin, the lungs, or the gastrointestinal system have been associated with elevated eosinophil count. The clinician should carefully take the history of the patient with emphasis on atopia and medication and then thoroughly examine the patient accordingly. The investigation algorithm of the patient should include serological and histological exams. If necessary, more specific examinations may be performed. This review article aims to provide a differential diagnosis of peripheral eosinophilia and the investigation algorithm of the patient with this finding.

INFORMATION:

Origin Center: 2nd Department of Medicine, Μedical School, University of Athens, “Hippokratio” General Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Eosinophilia, eοsinophils, hypereosinophilic syndrome.
Corresponding Author: S.P. Dourakis, 28 Achaias street, GR-115 23 Athens, Greece e-mail: spdour@med.uoa.gr

L. Gogou

DESCRIPTION:
Neuroendocrine tumors (NET) are a heterogenous group of neoplasms. Most NETs are well differentiated tumors but a fraction of these tumors are poorly differentiated with an aggressive behaviour. Imaging of neuroendocrine tumors is mainly based on conventional radiological procedures such as ultrasound (u/s), Computerized Tomography (CT) and Magnetic Resonance Imaging (MRI). Nuclear Medicine procedures with functional imaging of Somatostatin Receptor Scintigraphy (SRS) offer additional diagnostic information and important assessment of the patient’s eligibility for futher somatostatin analogue treatment. Positron emission tomography (PET) with 18F-FDG is limited for poorly differentiated tumors and tumors with high proliferation rate. Imaging of Somatostatin Receptors with 68Ga DOTA NOC is a promising diagnostic procedure for staging and restaging of the disease. Even small primary tumors and metastases (which are difficult to diagnose by CT, MRI or u/s) can be detected if the receptor density is high. 18F-L DOPA PET can be used to visualize functional carcinoids characterized by the production of biogenic amines. 11C-5 HTP PET can imagine small NET lesions with higher sensitivity compared with SRS and CT. Premedication with Carbidopa enhances sensitivity in 18F-L DOPA and 11C-5 HTP imaging. Nuclear Medicine procedures, metabolic imaging with PET/CT and development of highly specific radiopharmaceuticals for PET studies offer very promising results with high diagnostic sensitivity for neuroendocrine tumors.

INFORMATION:

Origin Center: PET/CT Department Hospital “Hygeia”, Athens, Greece
Keywords: Neuroendocrine tumors, PET/CT, 18F-FDG, 68Ga DOTA NOC, 18F-L-DOPA, 11C-5 HTP.
Corresponding Author: L. Gogou, Kifisias Ave. & 4 Er. Stavrou, GR-151 23 Marousi, Athens, Greece

G.H. Sakorafas, M. Safioleas

DESCRIPTION:
Breast cancer has been a significant health problem since the antiquity. This disease is reported in the papyrus of Edwin Smith. During the ancient times, many physicians have been involved in the study and the management of breast cancer, including Hippocrates, Galenus, Celsus etc. Galenus’ opinions dominated in the mind of doctors for many centuries and prevented the evolution of our knowledge regarding medicine and specifically breast cancer. During the dark and Middle Ages management of breast cancer remained primitive, while during the renaissance the evolution of basic sciences in medicine had not resulted in improvement of clinical medicine, including management of breast cancer.

INFORMATION:

Origin Center: 4th Department of Surgery, Athens University, Medical School, “Attikon” University Hospital, Athens, Greece
Keywords: Breast cancer, historical review, treatment, surgery, antiquity.
Corresponding Author: G.H. Sakorafas, 19–21 Arkadias street, GR-115 26 Athens, Greece e-mail: georgesakorafas@yahoo.com

ΤΟΜΟΣ 95 Τεύχος 6 Ιούνιος 2009

Α. Πεφάνης

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
Κέντρο Προέλευσης: Παθολογική Κλινική, ΓΝΝΘΑ «Η Σωτηρία», Αθήνα
Αλληλογραφία: A. Πεφάνης, Παθολο­γική Κλινική, ΓΝΝΘΑ «Η Σωτηρία», Λεωφ. Μεσογείων 152, 115 27 Αθήνα e-mail: pefan1@otenet.gr

Π. Μπακάκος

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Οι τρόφιμοι ιδρυμάτων μακράς φροντίδας αποτελούν ομάδα αυξημένου κινδύνου για λοιμώξεις. Συνήθως πρόκειται για ηλικιωμένους που έχουν σοβαρούς λειτουργικούς περιορισμούς και υποκείμενα νοσήματα. Η πνευμονία είναι η κύρια αιτία νοσηρότητας και θνητότητας σε αυτήν την ομάδα. Ατυχώς, ο απλοϊκός διαχωρισμός σε πνευμονία της κοινότητας και νοσοκομειακή πνευμονία δεν είναι πια επαρκής, κυρίως εξαιτίας των δημογραφικών μεταβολών των ασθενών αλλά και μεταβολών στους παράγοντες κινδύνου για πνευμονία από δυνητικά ανθεκτικά παθογόνα. Οι κατευθυντήριες οδηγίες για την νοσοκομειακή πνευμονία που δημοσιεύτηκαν το 2005 από την ATS/IDSA περιέλαβαν έναν καινούργιο όρο, «Πνευμονία σχετιζόμενη με τη φροντίδα υγείας», για να αναγνωρίσει εκείνους τους ασθενείς που προέρχονται από χώρους, όπως ιδρύματα, που εκτίθενται σε ανθεκτικά παθογόνα και μπορεί να αναπτύξουν πνευμονία από αυτά τα παθογόνα. Η πνευμονία που σχετίζεται με τη φροντίδα υγείας μοιάζει περισσότερο στη νοσοκομειακή απ’ ότι με αυτή της κοινότητας αναφορικά με τα υπεύθυνα παθογόνα, τη θνητότητα και τις συννοσηρότητες. Η πνευμονία σε τροφίμους ιδρυμάτων μακράς φροντίδας μπορεί να εκδηλωθεί με άτυπη κλινική εικόνα, όπως μεταβολή στο νοητικό, επικοινωνιακό επίπεδο ή μείωση της φυσικής δραστηριότητας. Οι αρχές της αντιμικροβιακής θεραπείας που θεωρούνται σημαντικές για την έκβαση της νοσοκομειακής πνευμονίας και της πνευμονίας του αναπνευστήρα προτείνονται και για την πνευμονία που σχετίζεται με τη φροντίδα υγείας και περιλαμβάνουν: πρώιμη έναρξη εμπειρικής αντιβιοτικής θεραπείας, χρήση ευρέος φάσματος εμπειρικής αντιβιοτικής αγωγής και αποκλιμάκωση της εμπειρικής αντιβιοτικής αγωγής.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Α΄ Πανεπιστημιακή Πνευμονολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθη­νών, ΓΝΝΘΑ «Η Σωτηρία», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Πνευμονία, ηλικιωμένοι, τρόφιμοι ιδρυμάτων.
Αλληλογραφία: Π. Μπακάκος, ΓΝΝΘΑ «Η Σωτηρία» Λεωφ. Μεσογείων 152, 115 27 Αθήνα e-mail: petros44@hotmail.com

Στ. Πεντέα (1), Α.Μ. Καλοβιδούρη (2)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Οι λοιμώξεις ουροποιητικού στους ηλικιωμένους τροφίμους οίκων ευγηρίας έχουν ιδιαιτερότητες οι οποίες επισημαίνονται στις πρόσφατες οδηγίες της Infectious Diseases Society of America. Οι ασθενείς αυτοί είναι επιρρεπείς σε λοιμώξεις ουροποιητικού και η θνητότητα από αυτές είναι μεγαλύτερη εν σχέσει με νεότερους με ίδια προβλήματα υγείας, ενώ οι ανεπιθύμητες δράσεις των φαρμάκων είναι συχνότερες. Η αξιολόγηση πολλές φορές των ασθενών με λοίμωξη είναι δυσχερής και λοίμωξη ουροποιητικού μπορεί να εμφανίζεται με μικρή αύξηση της θερμοκρασίας τους ή με αλλαγή του επιπέδου συνειδήσεως. Η πυουρία στους ηλικιωμένους ασθενείς οίκων ευγηρίας είναι συχνή, δεν σημαίνει πάντοτε λοίμωξη και δεν πρέπει να θεραπεύεται. Η χρήση των ουροκαθετήρων πρέπει να περιορίζεται βάσει αυστηρών ενδείξεων χρήσεως. Αλλαγή ουροκαθετήρα και χρήση αντιμικροβιακών διέπονται από τους ίδιους κανόνες που εφαρμόζονται σε όλους τους άλλους ασθενείς.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1Γ΄ Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική, ΝΝΘΑ «Η Σωτηρία», Αθήνα, 2Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Πατρών, Πάτρα
Λέξεις Κλειδιά: Λοίμωξη ουροποιητικού, ουρολοίμωξη, ηλικιωμένοι, οίκοι ευγηρίας, ιδρύματα μακράς φροντίδας.
Αλληλογραφία: Στ. Πεντέα, Στράβωνος 13, 116 34 Αθήνα e-mail: geclopsa@otenet.gr

Α. Παπαδόπουλος

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Οι λοιμώξεις μαλακών μορίων (SSTI) στους τροφίμους οίκων ευγηρίας αποτελούν την τρίτη συχνότερη αιτία λοίμωξης με συνολική συχνότητα 1–9% και επίπτωση 0,9–2,1 περιπτώσεις/1000 ασθενείς-έτη. Οι πιο συχνές πρωτογενείς SSTI είναι το ερυσίπελας, η κυτταρίτιδα και το μολυσματικό κηρίο, ενώ οι νεκρωτικές λοιμώξεις είναι γενικότερα σπάνιες. Κύρια αίτια, όπως και στο γενικό πληθυσμό, είναι ο Staphylococcus aureus και ο Streptococcus pyogenes. Το 20% των τροφίμων οίκων ευγηρίας θα εμφανίσουν λοίμωξη σε έλκος κατακλίσεως μέσα στα 2 πρώτα έτη παραμονής τους στο ίδρυμα. Για τη διάγνωση προτιμότερο είναι να αναρροφείται υλικό από τα πλάγια του έλκους, διαμέσου υγιούς δέρματος. Επιφανειακές καλλιέργειες δεν συνιστώνται. Η αντιμετώπιση των μολυσμένων ελκών κατακλίσεως είναι πολυδιάστατη και συμπεριλαμβάνει: (1) θεραπεία της λοίμωξης, (2) άρση της τοπικής πίεσης, (3) χειρουργικό καθαρισμό, (4) διατροφική υποστήριξη και (5) τοπικά επιθέματα και άλλα τοπικά μέσα. Οι περισσότερες περιπτώσεις οστεομυελίτιδας στους ηλικιωμένους παρουσιάζονται κάτωθεν των μολυσμένων ελκών κατακλίσεως. Το 25% των ασθενών με σηπτική αρθρίτιδα είναι >60 ετών, ενώ το πιο συχνό παθογόνο είναι ο S. aureus και ακολουθούν τα Gram αρνητικά.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 4η Παθολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΠΓΝΑ «Αττικόν», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Κυτταρίτιδα, έλκη κατακλίσεων, οστεομυελίτιδα, ηλικιωμένοι.
Αλληλογραφία: A. Παπαδόπουλος, ΠΓΝΑ «Αττικόν», Ρίμινι 1, 124 62 Χαϊδάρι, Αθήνα e-mail: antpapa1@otenet.gr

Θ.Α. Πέππας

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
H βακτηριαιμία είναι πολύ συχνότερη και με δυσμενέστερη έκβαση στους ηλικιωμένους. Οι κλινικές εκδηλώσεις ποικίλλουν από απλή καταβολή και ανεξήγητες πτώσεις, έως διαταραχές του επιπέδου συνειδήσεως. H Escherichia coli αποτελεί το συχνότερο αίτιο. Επίσης, οι ηλικιωμένοι αποτελούν πλέον του 50% των προσβαλλόμενων από ενδοκαρδίτιδα, με πρόγνωση συγκρίσιμη αυτής των ασθενών μέσης ηλικίας. Σε τροφιμογενείς επιδημίες σε ιδρύματα μακράς φροντίδας, οι υπερήλικες έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου από τον γενικό πληθυσμό αν αναπτύξουν λοίμωξη από Campylobacter jejuni, Clostridium perfringens και Salmonella spp. Αν ο ασθενής έχει υψηλό πυρετό, κοιλιακό άλγος ή/και αιμορραγικές κενώσεις, χωρίς ιστορικό λήψης αντιβιοτικών τις τελευταίες 30 ημέρες, επιβάλλεται η μεταφορά στο νοσοκομείο και η λήψη καλλιεργειών κοπράνων και αίματος. Αν ο ασθενής έχει λάβει αντιμικροβιακά τις προηγούμενες 30 ημέρες, πρέπει να γίνει έλεγχος για τοξίνη του Clostridium difficile στα κόπρανα. Αν και σχεδόν κάθε ιογενές νόσημα μπορεί να εμφανισθεί σε ηλικιωμένους, ιδιαίτερη σημασία έχει ο έρπης ζωστήρ, λόγω του μεγαλύτερου κινδύνου ανάπτυξης μεθερπητικής νευραλγίας. Οι ηλικιωμένοι οφείλουν να εμβολιασθούν ετησίως με το κυκλοφορούν εμβόλιο της γρίπης, με το εμβόλιο κατά του πνευμονιοκόκκου άπαξ, ή να επανεμβολιασθούν αν είχαν εμβολιασθεί 5 ή περισσότερα έτη πριν, όντας κάτω των 65 ετών την εποχή του πρώτου εμβολιασμού.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Γ΄ Παθολογική Κλινική, ΓΝ Νίκαιας-Πειραιά, «Άγιος Παντελεήμων», Nίκαια, Πειραιάς
Λέξεις Κλειδιά: Βακτηριαιμία, γαστρεντερικές λοιμώξεις, ιογενείς λοιμώξεις, εμβολιασμοί, ηλικιωμένοι.
Αλληλογραφία: Θ.Α. Πέππας, Ιωάννου Χρυσοστόμου 24, 171 22 Ν. Σμύρνη, Αθήνα e-mail: th.a.peppas@gmail.com

Χρ. Τεσσερομμάτη

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Οι καρδιαγγειακές νόσοι (ΚΑΝ), κυρίως στεφανιαία νόσος, αποτελούν τον συχνότερο παράγοντα νοσηρότητας και θνητότητας στις Δυτικές κοινωνίες. Οι συνηθέστεροι παράγοντες κινδύνου που δύνανται να περιοριστούν είναι υπερλιπιδαιμία, υπέρταση, κάπνισμα και σακχαρώδης διαβήτης, ενώ η ηλικία και το οικογενειακό ιστορικό δεν επιδέχονται παρέμβαση. Ενδιαφέρουσα έρευνα είναι η συσχέτιση περιοδοντικής νόσου με τις διεργασίες ανάπτυξης αθηροσκλήρυνσης. Η Porphyromonas gingivalis (Pg) σχετίζεται απόλυτα με την εμφάνιση περιοδοντίτιδας στους ενήλικες και προσβάλλει μεγάλο αριθμό ασθενών με απώλεια περιοδοντικού οστίτη ιστού. Οι λιποπολυσακχαρίτες (LPS) της P. gingivalis, εντόνως παθογόνοι, επάγουν τις κυτταροκίνες της φλεγμονής στους ινοβλάστες των ούλων του ανθρώπου (human gingival fibroblasts, HGFs) και προκαλούν απορρόφηση οστού που σχετίζεται απόλυτα με την εμφάνιση περιοδοντικής νόσου. Η βλάβη του ενδοθηλίου των αγγείων από μικροοργανισμούς και η παρουσία παραγόντων φλεγμονής όπως οι κυτταροκίνες υποδεικνύουν τη σχέση μεταξύ ειδικών αντισωμάτων έναντι του λοιμογόνου παράγοντα και της αθηροσκλήρυνσης. Η βακτηριαιμία δρα συνεργιστικά με τους κλασικούς παράγοντες κινδύνου. Τελικά φαίνεται ότι οι εμμένουσες λοιμώξεις συμβάλλουν στην εμφάνιση φλεγμονής, με συνοδό υπερπηκτικότητα και διαταραχές της ινωδόλυσης, που προδιαθέτουν σε μελλοντική καρδιαγγειακή νόσο.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Εργαστήριο Φαρμακολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανε­πιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Περιοδοντίτις, Porphyromonas gingivalis, καρδιαγγειακή νόσος.
Αλληλογραφία: Χρ. Τεσσερομμάτη, Μικράς Ασίας 75, 115 27 Γουδή, Αθήνα e-mail: ctesser@med.uoa.gr

Γ.Χ. Σακοράφας, Μ. Σαφιολέας

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα σημειώθηκαν κάποιες εξελίξεις όσον αφορά την κατανόηση της ανατομίας και της παθοφυσιολογίας των νόσων, συμπεριλαμβανομένου και του καρκίνου του μαστού. Η σημαντική όμως ώθηση στην πρόοδο της χειρουργικής σημειώθηκε κατά τον 19ο αιώνα και κυρίως στο δεύτερο ήμισυ αυτού, κυρίως χάρη στην επινόηση της αναισθησίας, της αντισηψίας και της μικροσκόπησης (που επέτρεψε την κατανόηση της αληθούς φύσης του καρκίνου). Σημαντική ήταν η προσφορά του Halsted που καθιέρωσε τη ριζική μαστεκτομή ως μέθοδο θεραπείας του καρκίνου του μαστού στα τέλη του 19ου αιώνα. Εξίσου σημαντική, αν και λιγότερο γνωστή, ήταν η προσφορά του Willy Meyer, που και αυτός περιέγραψε την ίδια εποχή την ίδια σχεδόν επέμβαση με την επέμβαση Halsted για την αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 4η Χειρουργική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΠΓΝΑ «Αττικόν», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Καρκίνος μαστού, χειρουργική, αντισηψία, αναισθησία.
Αλληλογραφία: Γ.Χ. Σακοράφας, Αρκαδίας 19–21, 115 26 Αθήνα e-mail: georgesakorafas@yahoo.com

Ι.-Σ. Ντόκου (1) Μ. Δαρεμά (20, Β. Βράνη (1) Α. Βιττωράκη (1)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Σκοπός της μελέτης ήταν η αναζήτηση ειδικών έναντι νεφρικού μοσχεύματος HLA-αντισωμάτων (ΕΜΑ) και η σημασία τους στην πορεία της μεταμόσχευσης. ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΣ Σε 605 λήπτες νεφρικού μοσχεύματος αναζητήθηκαν de novo παραχθέντα ΕΜΑ. Για τη μελέτη των ανοσογονικών HLA μορίων οι ασθενείς χωρίσθηκαν στην ομάδα Α (n=451) με HLA τάξης Ι και ΙΙ ασύμβατο μόσχευμα και στην ομάδα Β (n=154) με HLA τάξης Ι ασύμβατο μόσχευμα. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Σε 86/605 ασθενείς ανιχνεύθηκαν ΕΜΑ, 74 (16,4%) ήταν ασθενείς της ομάδας Α και 12 (7,8%) ήταν ασθενείς της ομάδας Β (p=0,01). HLA-DQ ΕΜΑ είχαν 64/74 (86,4%) ΕΜΑ θετικοί ασθενείς. Η παρουσία HLA τάξης ΙΙ ΕΜΑ συσχετίσθηκε με επίπεδα κρεατινίνης >2 mg/dL (p=0,0001), ενώ δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση με το φύλο του λήπτη, την προέλευση του μοσχεύματος ή το βαθμό ευαισθητοποίησης πριν τη μεταμόσχευση. Εξάπλωση της αλλοαπάντησης παρατηρήθηκε σε 23,3% των ΕΜΑ θετικών ασθενών. Ασθενείς με de novo ΕΜΑ είχαν σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα επανένταξης στην αιμοκάθαρση ή ανάπτυξης δυσλειτουργίας του μοσχεύματος συγκρινόμενοι με ασθενείς χωρίς ΕΜΑ (p=0,0001 και p=0,05 αντίστοιχα) και με ασθενείς χωρίς καθόλου αντισώματα μετά τη μεταμόσχευση (p=0,0001 και p=0,01 αντίστοιχα). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Συμπερασματικά η παραγωγή de novo ΕΜΑ αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την κλινική πορεία του μοσχεύματος και απαιτεί την επιλογή κατάλληλης ανοσοκαταστολής.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1Ανοσολογικό Εργαστήριο και Εθνικό Κέντρο Ιστο­συμβατότητας, ΠΝ «Γ. Γεννηματάς», 2Nεφρο­λογικό Τμήμα και Μονάδα Μεταμοσχεύσεων «Λαϊκό» Νοσο­κομείο, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Μεταμόσχευση νεφρού, HLA-τάξης ΙΙ αντισώματα, HLA-DQ αντισώματα, πορεία της μεταμόσχευσης.
Αλληλογραφία: Α. Ινιωτάκη, Δαβάκη 34, 174 55 Άλιμος, Aθήνα e-mail: a.iniotaki@gna-gennimatas.gr

ΤΟΜΟΣ 95 Τεύχος 6 Ιούνιος 2009

Α. Pefanis

INFORMATION:

Origin Center: Department of Internal Medicine, “Sotiria” Hospital for Chest Diseases, Athens, Greece
Corresponding Author: A. Pefanis, Department of Internal Medicine, “Sotiria” Hospital for Chest Diseases, 152 Mesogeion Ave., GR-115 27 Athens, Greece e-mail: pefan1@otenet.gr

P. Bakakos

DESCRIPTION:
Residents of long-term care facilities are at great risk for infection. These persons are old and are anticipated to have functional limitations and underlying medical illnesses. Pneumonia is the leading cause of morbidity and mortality in this group. Unfortunately, the simple classification scheme to “community-acquired” and “hospital-acquired” pneumonia is no longer adequate because of changing patient demographics and risk profiles for pneumonia with potentially antibiotic-resistant bacteria. The guidelines for hospital-acquired pneumonia, published in 2005 by the American Thoracic Society and the Infectious Diseases Society of America included a new term “Health care associated pneumonia” (HCAP) in order to recognize that some patients coming from environments such as nursing homes are exposed to drug-resistant bacteria and can develop pneumonia with such organisms. HCAP resembles more to nosocomial than community-acquired pneumonia in terms of pathogens, mortality and underlying comorbidities. Pneumonia in residents of LTCF may manifest atypically as a change in mental or cognitive function or a decline in physical functional status. Principals of treatment that have been thought to be important for outcomes in hospital-acquired pneumonia and ventilator-associated pneumonia are suggested to be applicable to HCAP and include: early initiation of empirical antibiotic treatment, use of broad-spectrum, empirical antibiotic therapy and narrowing or de-escalation of empirical antibiotic therapy.

INFORMATION:

Origin Center: 1st University Department of Respiratory Medicine, Medical School, University of Athens, “Sotiria” Hospital for Chest Diseases, Athens, Greece
Keywords: Health-care associated pneumonia, long-term care, elderly, pneumonia.
Corresponding Author: P. Bakakos, “Sotiria” Hospital for Chest Diseases, 152 Mesogion Ave., GR-115 27 Athens, Greece e-mail: petros44@hotmail.com

St. Pentea (1), A.M. Kalovidouri (2)

DESCRIPTION:
Urinary tract infections in elderly people have a separate interest as pointed out in the recently published guidelines by the Infectious Diseases Society of America. Elderly patients present an increased tendency for infections of the urinary tract with an increased death rate in comparison with younger patients with similar health problems. The side effects of the medical treatment are also more common. The evaluation of these patients is considered difficult as infections of the urinary tract may be presented with low, or even without, fever or with mild decrease in the level of consciousness and the functional capacity. In elderly patients pyouria is a common finding. However, it is not considered significant and should not be treated. The urocatheters should be used with caution and for strict indications. The indications for replacement of the urocatheters and the use of antibiotics are not different from that in other groups of patients.

INFORMATION:

Origin Center: 13rd University Department of Medicine, “Sotiria” Hospital for Chest Diseases, Athens, 2Medical School, University of Patra, Patra, Greece
Keywords: Urinary tract infection, elderly, long-term care facilities.
Corresponding Author: St. Pentea, 13 Stravonos street, GR-116 34 Athens, Greece e-mail: geclopsa@otenet.gr

A. Papadopoulos

DESCRIPTION:
Skin and soft-tissue infection (SSTI) is the third most common infection seen in elderly residents of long-term care facilities (LTCF). The three most common primary types of SSTI include erysipelas, cellulitis, and impetigo, while necrotizing infections are rare. The most common causative agents are Staphylococcus aureus and Streptococcus pyogenes. 29% of LTCF residents will develop infected pressure ulcers within two years of their stay in the LTCF. Surface swab cultures are not indicated for the diagnosis of most bacterial SSTIs. Needle aspiration or deep-tissue biopsy to obtain samples for Gram stain and culture may be appropriate when unusual pathogens are suspected, or fluctuant areas suggest an abscess is present. If a pressure ulcer demonstrates poor healing and/or persistent purulent drainage, deep specimens and bone specimens for culture of tissue must be obtained at the time of surgical debridement or biopsy. 25% of the patients with septic arthritis are >60 years old. S. aureus and Gram-negative bacilli are the most common causative agents.

INFORMATION:

Origin Center: 4th Department of Medicine, Medical School, University of Athens, “Attikon” General Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Cellulitis, infected pressure ulcer, osteomyelitis, elderly.
Corresponding Author: A. Papadopoulos, “Attikon” General Hospital of Athens, 1 Rimini street, GR-124 62 Haidari, Athens, Greece e-mail: antpapa1@otenet.gr

Th.A. Peppas

DESCRIPTION:
Bacteraemia is common and has poorer prognosis in the elderly. The clinical presentation varies from fatigue and unexplained falls to decreased level of consciousness. Esche­richia coli is the most common causative agent. Almost 50% of patients with endocarditis are elderly, with comparable prognosis to that of the middle aged patients. During foodborne outbreaks in long-term care facilities, elderly residents with infections due to Campylobacter jejuni, Clostridium perfringens, and Salmonella spp are at increased risk for death, in comparison to the general population. In a patient with high fever, abdominal pain, and/or bloody stools, with no history of antibiotic use within the previous 30 days, one should submit blood and stool samples for culture, and the patient should be referred to an acute care hospital. If the patient has received antibiotics within the previous 30 days initial evaluation for Clostridium difficile should be performed. Herpes zoster represents the most significant viral infection in the elderly, mainly due to the increased incidence of post-herpetic neuralgia in this age group. Annual vaccination against seasonal influenza and vaccination against pneumococcus is indicated in all elderly people.

INFORMATION:

Origin Center: 3rd Department of Medicine, General Hospital of Nikaea-Piraeus “Ag. Panteleimon”, Nikaea, Piraeus, Greece
Keywords: Bacteraemia, gastrointestinal infections, viral infections, vaccinations, elderly.
Corresponding Author: Th.A. Peppas, 24 Ioannou Chryso­stomou street, GR-171 22 Nea Smyrni, Athens, Greece e-mail: th.a.peppas@gmail.com

Chr. Tesseromatis

DESCRIPTION:
Cardiovascular diseases, especially coronary artery disease, are the most frequent cause of morbidity and mortality in the industrial world. Risk factors as ageing and disease history cannot be controlled but classical risk factors such as hypertention, hyperlipidaemia, diabetes mellitus, nicotine abuse and other, can be monitored. An interesting stu­dy is the correlation between periodontal di­sea­se, due to the pathogen Porphyromonas gingivalis, and atherosclerosis. The strongly pathogenic lipopolysaccharides of P. gingivalis cause increased production of inflammatory cytokines by human gingival fibroblasts (HGFs) resulting to jaw bone resorption and clinical manifestation of periodontal disease. Vessel endothelial injuries of bacterial origin, under the presence of inflammation factors like cytokines, demonstrate a relationship between specific antibodies against infection and atherosclerosis. Ba­cteraemia seems to act synergistically with the classical risk factors. In conclusion chronic infections lead to inflammation followed by hypercoagulation and fibrinolysis which have been associated with the risk of future cardiovascular disease.

INFORMATION:

Origin Center: Department of Pharmacology, Medical School, Univer­sity of Athens, Athens, Greece
Keywords: Periodontitis, Porphyromonas gingivalis, cardiovascular disease.
Corresponding Author: Chr. Tesseromatis, 75 Mikras Asias street, GR-115 27 Goudi, Athens, Greece e-mail: ctesser@med.uoa.gr

G.H. Sakorafas, M. Safioleas

DESCRIPTION:
During the 18th century some advances were noted regarding a better understanding of the anatomy and pathophysiology of diseases, including breast cancer. The most significant, however, revo­lution was noted during the 19th century and mainly during its second half, due to the introduction in clinical practice of anesthesia, antisepsis and miscoscopy (which allowed us to understand the true nature of cancer). Halsted greatly contributed to the establishment of radical mastectomy as the method of choice for the surgical treatment of breast cancer at the end of the 19th century. Equally important –but less known– was the contribution of Willy Meyer, who described the same surgical technique at the same time.

INFORMATION:

Origin Center: 4th Department of Surgery, Medical School, University of Athens, “Attikon” University Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Breast cancer, surgery, antisepsis, anesthesia.
Corresponding Author: G.H. Sakorafas, 19–21 Arkadias street, GR-115 26 Athens, Greece e-mail: georgesakorafas@yahoo.com

I.-S. Dokou (10, M. Darema (2) V. Vrani (1) A. Vittoraki (1)

DESCRIPTION:
The aim of the study was the detection of donor specific antibodies (DSA) in renal transplant (RTx) recipients and their clinical significance in graft outcome. MATERIAL-METHODS 605 renal transplant (RTx) recipients were examined for the development of de novo DSA. In order to determine the immunogenicity of HLA molecules, patients were divided into group A (n=451) with HLA class I and II mismatched graft and group B (n=154) with HLA class I only mismatched antigens. RESULTS DSA were detected in 86/605 patients, 74 (16.4%) from group A and 12 (7.8%) from group B (p=0.01). HLA-DQ DSA were detected in 64/74 (86.4%) DSA positive patients. The presence of HLA class II DSA was correlated with creatinine levels >2 mg/dL (p=0.0001), whereas there was no correlation with recipient gender, donor organ source or presensitization before transplantation. Expansion of the humoral alloreactivity to more than one graft molecule was found in 23.3% of the DSA positive patients. Patients with de novo DSA had a significantly higher possibility of graft loss (returned to dialysis) or progressive graft dysfunction in comparison to patients without DSA (p=0.0001 and p=0.05 respectively) or patients with no antibodies post-transplantation (p=0.0001 and p=0.01 respectively). CONCLUSIONS In conclusion the development of de novo DSA constitutes a risk factor for graft survival and requires specific immunosuppressive therapy.

INFORMATION:

Origin Center: 1National Tissue Typing Center, General Hospital of Athens “G. Gennimatas” Athens, 2Transplantation Unit, “Laikon” Hospital, Athens, Greece
Keywords: Renal transplantation, HLA class II antibodies, HLA-DQ antibodies, graft outcome.
Corresponding Author: Α. Ιniotaki, 34 Davaki street, GR-174 55 Alimos, Athens, Greece e-mail: a.iniotaki@gna-gennimatas.gr

ΤΟΜΟΣ 96 Τεύχος 1 Ιούλιος 2009

Σ.Θ. Κούτμος (1), Β. Μπεκιάρη (2)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Nευροενδοκρινικά (ΝΕ) κύτταρα βρίσκονται διάσπαρτα πρακτικά σε κάθε ιστό του οργανισμού και αυτό έχει δύο συνέπειες στην ογκογένεση. Η πρώτη είναι ότι ΝΕ όγκοι μπορούν να αναπτυχθούν σε κάθε ιστό και η δεύτερη ότι ΝΕ στοιχεία μπορούν να συνοδεύουν τους όγκους κάθε οργάνου. Το τελευταίο σημαίνει πως κάθε όγκος έχει τη θεωρητική δυνατότητα να παράγει και ουσίες που χαρακτηρίζουν ΝΕ ιστούς. Οι ουσίες αυτές μπορούν πρακτικά να καταταγούν σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη είναι αυτές που ανευρίσκονται σε μικρές ποσότητες ενδοκυτταρικά. Η παρουσία τους χαρακτηρίζει τους νευρικούς ή ΝΕ ιστούς και η ανίχνευσή τους, είτε σαν νουκλεοτίδια είτε σαν πρωτεΐνες, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ιστολογική ταξινόμηση του όγκου, τη λεπτή κατάταξή του και κάποτε, στην επιλογή της θεραπείας και την πρόγνωση. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν ουσίες που παράγονται σε μεγαλύτερες ποσότητες, εξέρχονται από το κύτταρο και έχουν δυνητικά παρακρινική ή και ορμονική δράση, σε μακρινούς ιστούς και όργανα. Τέτοιες ουσίες είναι υπεύθυνες για τα ενδοκρινικά και άλλα σύνδρομα, που μπορεί να συνοδεύουν τον όγκο ή τις μεταστάσεις του. Μερικά από τα συχνότερα σύνδρομα της τελευταίας αυτής κατηγορίας, όπως η υπερ- και υπ-ασβεστιαιμία, η υπογλυκαιμία, το σύνδρομο Cushing, η υπερ- και υπο-νατριαιμία και η υποκαλιαιμία, αποτελούν το αντικείμενο αυτής της ανασκόπησης.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1 Ενδοκρινολογικό Τμήμα, ΓΝΑ «Γ. Γεννηματάς», 2 Ογκολογικό Τμήμα, Γ΄ Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική, ΓΝΝΘΑ «Η Σωτηρία», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Eνήλικες, παρανεοπλασματικά σύνδρομα, νεόπλασμα, οστικά νεοπλάσματα.
Αλληλογραφία: Σ.Θ. Κούτμος, Ενδοκρινολογικό Τμήμα, ΓΝΑ «Γ. Γεννηματάς» Λεωφ. Μεσογείων 154, 115 27 Αθήνα e-mail: spiroskoutmos@gmail.com

Α.Κ. Τζωρτζοπούλου (1), Σ.Θ. Κανακάρης (1), Ν.Γ. Μπαϊκούσης (2)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Το σύνδρομο Marfan (ΣΜ) είναι μία διαταραχή του συνδετικού ιστού που προκαλείται κυρίως από μεταλλάξεις στο γονίδιο της ινιδίνης-1 (FBN1). Πρόσφατα, αναδείχθηκε ότι μεταλλάξεις στο γονίδιο του υποδοχέα του αυξητικού παράγοντα μετασχηματισμού-β 2 (transforming growth factor-β receptor 2, TGFBR2) έχουν ως συνέπεια την εμφάνιση συμπτωμάτων ΣΜ. Οι εκδηλώσεις του ΣΜ αφορούν κυρίως στο ερειστικό, στο οπτικό και στο καρδιαγγειακό σύστημα και οι περισσότερες φαίνεται ότι είναι αποτέλεσμα διαταραχών στη ρύθμιση του TGFβ. Η ευαισθησία μοριακών τεχνικών ανίχνευσης μεταλλάξεων FBN1 δεν είναι υψηλή, με αποτέλεσμα η διάγνωση του ΣΜ να παραμένει κλινική και να απαιτεί συνεργασία πολλών ιατρικών ειδικοτήτων. Η διάγνωση του ΣΜ βασίζεται στο συνδυασμό μειζόνων και ελασσόνων κριτηρίων, γνωστών ως «κριτήρια της Γάνδης». Μεταλλάξεις στο γονίδιο FBN1 έχουν αναδειχθεί και σε ασθενείς που δεν πληρούν αυτά τα κριτήρια, και ως εκ τούτου το ΣΜ θεωρείται ότι ανήκει στις ινιδινοπάθειες τύπου 1. Η πρόοδος που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια στη διάγνωση και θεραπεία του ΣΜ είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης των ασθενών. Παρόλ’ αυτά, συχνά το ΣΜ δεν δια­γιγνώσκεται έγκαιρα, με συνέπεια η νοσηρότητα και πρόωρη θνησιμότητα να παραμένει υψηλή. Η ανάδειξη σύγχρονων τεχνικών για την έγκαιρη διάγνωση του ΣΜ είναι αναγκαία, έτσι ώστε να παρέχεται η βέλτιστη θεραπεία και παρακολούθηση στους πάσχοντες και ο απαραίτητος έλεγχος στην οικογένειά τους.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1 Εργαστήριο Ιστολογίας & Εμβρυολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 2 Καρδιοθωρακοχειρου­ργική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Πατρών, Πάτρα
Λέξεις Κλειδιά: Ινιδίνη-1, σύνδρομο Marfan, αυξητικός παράγοντας μετασχηματισμού β, κλινική εικόνα, διάγνωση.
Αλληλογραφία: Ντ.Γ. Τηνιακού, Εργαστήριο Ιστολογίας & Εμβρυολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Μ. Ασίας 75, Γουδή 115 27 Αθήνα e-mail: dtiniak@med.uoa.gr

Ι.Γ. Καραϊτιανός (1), Στ.Κ. Αρχοντάκης (2)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Ανασκοπείται η βιβλιογραφία σχετικά με τις νεότερες απόψεις για την ακρίβεια, την αξιοπιστία και την κλινική εφαρμογή της Κυτταρολογίας στη διαγνωστική προσέγγιση αλλοιώσεων του παγκρέατος. Μέσω του Pubmed/ Medline αναζητήθηκαν άρθρα, κατά το χρονικό διάστημα 1985–2009, που να αναφέρονται στην κυτταρολογική διάγνωση αλλοιώσεων του παγ­κρέατος. Συνολικά ανασκοπήθηκαν 50 ιατρικά άρθρα. Σε περίπτωση που δεν γινόταν αναφορά σε επαρκή αριθμό τυχαιοποιημένων μελετών, η έρευνα επεκτάθηκε σε άρθρα που αναφέρονταν σε κλινικές μελέτες, ανασκοπήσεις και αναφορές μεμονωμένων περιστατικών. H ευαισθησία της παρακέντησης στη διάγνωση παγκρεατικών νεοπλασμάτων είναι 86–98%, όταν γίνεται διαδερμικά και 75–94% όταν γίνεται ενδοσκοπικά Η κυτταρολογική εξέταση αλλοιώσεων του παγκρέατος αποτελεί μια ασφαλή, ελάχιστα επεμβατική και σχετικά οικονομική μέθοδο διάγνωσης, η οποία μπορεί, εφόσον συνδυάζεται με τα απεικονιστικά και τα λοιπά εργαστηριακά ευρήματα, να εξασφαλίσει ικανοποιητικά ποσοστά διαγνωστικής ακρίβειας, συγκρίσιμα με τα αντίστοιχα της ιστολογικής εξέτασης. Η εμπειρία του εξεταστή, τόσο όσον αφορά στη λήψη κυτταρολογικού υλικού όσο και στην αξιολόγηση των ευρημάτων, αποτελεί κύριο παράγοντα για την υψηλή αξιοπιστία της μεθόδου. Η επιτυχής ερμηνεία των κυτταρολογικών ευρημάτων μπορεί να επιτευχθεί μόνο κατόπιν συνεκτίμησης των λοιπών κλινικών και εργαστηριακών ευρημάτων, υπό το πρίσμα μιας πλήρους και ενδελεχούς προεγχειρητικής διαφοροδιαγνωστικής προσέγγισης.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1 Γ΄ Χειρουργική Κλινική, ΑΟΝΑ «Ο Άγιος Σάββας», Αθήνα, 2 Κυτταρολογικό Εργαστήριο, 401 ΓΣΝΑ, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Καρκίνος παγκρέατος, όγκοι παγκρέατος, παρακέντηση διά λεπτής βελόνης, παρακέντηση υπό την καθοδήγηση αξονικού τομογράφου, FNA.
Αλληλογραφία: I.Γ. Καραϊτιανός, Στουρνάρα 32, 104 33 Αθήνα e-mail: igkaraitianos@hotmail.com

Π. Μαυρογιάννη (1), Γ. Αλεξανδράκης (1), Η. Νικολαΐδου (2)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Τα οξυτενή κονδυλώματα πρωκτογεννητικής περιοχής αποτελούν στις μέρες μας την πιο συχνή σεξουαλικά μεταδιδόμενη νόσο. Ως αιτιολογικός παράγοντας φέρεται ο ιός των κονδυλωμάτων HPV, ο οποίος συνδέεται ισχυρά με την ανάπτυξη καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Με ανάλογους μηχανισμούς καρκινογένεσης (αδρανοποίηση ογκοκατασταλτικών πρωτεϊνών, αναστολή του κυτταρικού κύκλου και της απόπτωσης, αύξηση του κυτταρικού πολλαπλασιασμού, ενσωμάτωση στο DNA του ξενιστή) φαίνεται ότι επιδρά η λοίμωξη HPV και στην ορθοπρωκτική περιοχή, οδηγώντας σε δυσπλασία, ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία και τελικά σε καρκίνο του πρωκτού. Δεδομένης της αύξησης του επιπολασμού της νόσου σε ειδικές ομάδες πληθυσμού (ομοφυλόφιλοι, HIV οροθετικοί) κρίνεται αναγκαία η σωστή διαχείριση των ασθενών με ορθοπρωκτικά οξυτενή κονδυλώματα και η υιοθέτηση σύγχρονων μεθόδων διερεύνησης, συμπεριλαμβανομένων της διαγνωστικής ενδοσκόπησης, κυτταρολογικής και ιστοπαθολογικής εξέτασης και των εφαρμογών της μοριακής βιολογίας (PCR γονοτυπική ανάλυση).

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1 Γαστρεντερολογική Κλινική, Νοσοκομείο «ΝΙΜΤΣ», 2 Διαγνωστικό Εργαστήριο και Κέντρο Αναφοράς Αφροδισίων Νόσων και AIDS, Νοσοκομείο «Α. Συγγρός», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Οξυτενή ορθοπρωκτικά κονδυλώματα, HPV-λοίμωξη, ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία πρωκτού, καρκίνος πρωκτού.
Αλληλογραφία: Π. Μαυρογιάννη, Βρεσθένης 92, 117 45, Αθήνα e-mail: titi_mav@yahoo.gr

Γ.Χ. Σακοράφας, Μ. Σαφιολέας

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
O 20ός αιώνας χαρακτηρίζεται από δραματικές μεταβολές στην αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού. Αν και αρχικά επιχειρήθηκαν πλέον επιθετικές μέθοδοι θεραπείας, τελικά καθιερώθηκαν οι πλέον συντηρητικές μέθοδοι αντιμετώπισης του καρκίνου του μαστού. Έτσι, αρχικά η τροποποιημένη ριζική μαστεκτομή αντικατέστησε τη ριζική μαστεκτομή, ενώ τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 20ού αιώνα καθιερώθηκε η συντηρητική χειρουργική (ογκεκτομή ή τεταρτεκτομή σε συνδυασμό με λεμφαδενικό καθαρισμό μασχάλης και μετεγχειρητική ακτινοθεραπεία) σαν μέθοδος εκλογής για την αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού. Την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα άρχισε να κερδίζει έδαφος η βιοψία του φρουρού λεμφαδένα σε μία προσπάθεια αποφυγής των επιπλοκών του λεμφαδενικού καθαρισμού της μασχάλης. Ορόσημα στην εξέλιξη της χειρουργικής (συμπεριλαμβανομένης και της χειρουργικής του καρκίνου του μαστού) στον 20ό αιώνα είναι η διάδοση της μετάγγισης αίματος, η προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών (για την αξιόπιστη στατιστική ανάλυση των αποτελεσμάτων της θεραπείας), η ανάπτυξη συστημάτων σταδιοποίησης της νόσου, η εισαγωγή της ταχείας βιοψίας, η ανάπτυξη της ακτινοθεραπείας, της χημειοθεραπείας και της ορμονοθεραπείας. Νεότερες μέθοδοι θεραπείας (όπως η in-situ καταστροφή μικρών όγκων του μαστού με laser ή ραδιοκύματα, γονιδιακή θεραπεία κ.λπ.) αποτελούν αντικείμενα εντατικής έρευνας.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 4η Χειρουργική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΠΓΝΑ «Αττικόν», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Καρκίνος μαστού, χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, ορμονοθεραπεία, γονιδιακή θεραπεία, συντηρητική χειρουργική.
Αλληλογραφία: Γ.Χ. Σακοράφας, Αρκαδίας 19–21, 115 26 Αθήνα e-mail: georgesakorafas@yahoo.com

Π. Παπακυριάκου, Μ. Γιασεμίδου

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
H σοβαρή υπομαγνησιαιμία (Μg<1 mg/dL, <0,8 meq/L, <0,4 mmol/L) μειώνει την έκκριση ΡΤΗ με αποτέλεσμα την ανάπτυξη δευτεροπαθούς υποπαραθυρεοειδισμού. Σε αυτήν την περίπτωση έχει παρατηρηθεί θετική συμβολή της χορήγησης μαγνησίου τόσο όσον αφορά στη βελτίωση της κλινικής εικόνας όσο και στην αποκατάσταση σε φυσιολογικά επίπεδα της συγκέντρωσης ασβεστίου στο πλάσμα. Στην παρούσα εργασία καταγράφουμε τα συμπτώματα και τη θεραπευτική αγωγή 43χρονης γυναίκας, η οποία διαγνώστηκε με υπομαγνησιαιμία επί εδάφους πρωτοπαθούς υποπαραθυρεοειδισμού. Σκοπός της εργασίας είναι να εξετάσει αν υπάρχει όφελος από τη χορήγηση μαγνησίου σε υπομαγνησιαιμία επί εδάφους πρωτοπαθούς υποπαραθυρεοειδισμού, κατ’ αντίστοιχο τρόπο που έχει καταγραφεί στη διεθνή βιβλιογραφία σε περιπτώσεις δευτεροπαθούς υποπαραθυρεο­ειδισμού οφειλόμενου σε υπομαγνησιαιμία.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Παθολογικό Τμήμα, Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, Κύ­προς
Λέξεις Κλειδιά: Yποπαραθυρεοειδισμός, υπομαγνησιαιμία, παραθορμόνη, PTH
Αλληλογραφία: Π. Παπακυριάκου, Σπετσών 11, Spetson Complex, Block B, αρ. 3, 80 21 Πάφος, Κύπρος e-mail: panikcos@cytanet.com.cy

ΤΟΜΟΣ 96 Τεύχος 1 Ιούλιος 2009

S.Th. Koutmos (1), V. Bekiari (2)

DESCRIPTION:
Every tissue of the human body contains neuroendocrine (n/e) cells and this has two major consequences in tumorigenesis: first n/e tumours may develop everywhere and second tumours of divergent origin may contain n/e elements. Hence every tumour may produce substances that characterise n/e tissues. This production may practically be viewed in two ways. At first there are substances that characterize neural or n/e elements present within the cells of the tumour in trace amounts. Their presence can be used in the histological classification and the fine differentiation of the tumour and, some times, in deciding therapeutic choices and/or establishing a prognosis. In the other case there are tumour products secreted in the vicinity of the tumour or in the circulation, in amounts sufficient to act as hormones, in tissues adjacent or away from the point of their production. The endocrine and metabolic syndromes that accompany some of these tumours or their metastases are the result of the action of these hormones or hormone-like substances. Hyper- & hypo-calcemia, hypoglycaemia, Cushing’s syndrome, hyper-& hypo-natremia & hypokalemia comprise some of the most common syndromes of this kind and they are the subject of this review.

INFORMATION:

Origin Center: 1 Endocrine Unit, “G. Gennimatas” General Hospital of Athens, 2 Oncology Unit, 3rd University Department of Medicine, “Sotiria” Hospital for Chest Disaeses, Athens, Greece
Keywords: Αdult, paraneoplastic syndromes, neoplasm, bone neoplasms.
Corresponding Author: S.Th. Koutmos, Endocrine Unit, “G. Gennimatas” General Hospital of Athens, 154 Mesogeion Ave., GR-115 27 Athens, Greece e-mail: spiroskoutmos@gmail.com

A.K. Tzortzopoulou (1), S.T. Kanakaris (1), Ν.G. Baikoussis (2)

DESCRIPTION:
Marfan syndrome (MS) is a multisystem connective tissue disorder caused by mutations in the fibrillin 1 gene. Recent studies show that mutations in transforming growth factor-β receptor 2 gene (TGFBR2) may cause the symptoms of MS. MS is characterized by involvement of three major systems: skeletal, ocular and cardiovascular. Genetic testing is time-consuming and expensive and no single technique is highly sensitive, therefore the diagnosis of MS remains clinical and is based on major and minor criteria known as “Ghent nosology” requiring a multidisciplinary approach. The progress in the diagnosis, medical and surgical treatment of MS has increased the life expectancy of the patients. However, late diagnosis is still common resulting in high and premature mortality. The development of new molecular techniques for the efficient diagnosis of MS is essential for optimal management of the patients and their families.

INFORMATION:

Origin Center: 1 Laboratory Histology & Embryology, Medical School, University of Athens, Greece, 2 Department of Cardiothoracic Surgery, Medical School, University of Patras, Greece
Keywords: Fibrillin-1, Marfan syndrome, transforming growth factor-β, clinical manifestations, diagnosis.
Corresponding Author: D.G. Tiniakos, Laboratory of Histology & Embryology, Medical School, University of Athens, 75 M. Asias street, GR-115 27 Goudi, Athens, Greece e-mail: dtiniak@med.uoa.gr

I.G. Karaitianos (1), St.Κ. Archondakis (2)

DESCRIPTION:
We review the current literature concerning cytological diagnosis accuracy and clinical application of fine needle aspiration in pancreatic lesions. A comprehensive Medline/Pubmed search was performed for the years 1985–2009 for articles referring to cytological diagnosis of pancreatic lesions. A total of 50 articles were reviewed. In case there were not enough relevant controlled randomized studies, our review included articles referring to clinical trials, reviews and case reports. Cytological evaluation of pancreatic lesions consists a safe, least invasive and rather economic diagnostic procedure, which can ensure (when compared with the radiological and the laboratory findings) very satisfying rates of diagnostic accuracy, comparable to those of histological examination. Adequate previous experience in the evaluation of the cytological findings consist, a crucial factor for the method’s reliability. Successful evaluation of cytological findings can only be accomplished after consideration of the rest of clinical and laboratory findings, in the context of a detailed preoperative differential diagnostic procedure.

INFORMATION:

Origin Center: 1 Department of Surgical Oncology, “Agios Savas”, Anticancer Hospital, Athens, Greece, 2 Department of Cytology, 401 General Army Hospital, Athens, Greece
Keywords: Fine needle aspiration biopsy, EUS guided FNA, CT guided FNA, pancreatic cancer.
Corresponding Author: I.G. Karaitianos, 32 Stournara street GR-104 33 Athens, Greece e-mail: igkaraitianos@hotmail.com

P. Mavrogianni (1), G. Alexandrakis (1), E. Nikolaidou (2)

DESCRIPTION:
Anogenital HPV infection is the most common sexually transmitted disease. It is widely accepted that cervical intraepithelial neoplasia (CIN) and cancer are strongly related to HPV infection, which is the perquisite for their occurrence. Following the same principals of oncogenesis (tumor suppressor genes inactivation, escape from normal apoptosis, increase of cellular proliferation, chromosomal instability) HPV is believed to play a crucial role in the occurrence of anal intraepithelial neoplasia (AIN), which can progress from low to high grade dysplasia and ultimately to invasive anal cancer. The annual incidence of anal cancer has significantly increased during the last decade, especially in high risk groups (homosexuals and HIV positive patients), so it is important the suitable evaluation and management of those patients with anorectal condylomata acuminata, by using modern technology and techniques such as endoscopy, cytology, pathology and molecular biology (PCR HPV genotyping).

INFORMATION:

Origin Center: 1 Gastroenterology Department, Army Share Found Hospital, “NIMTS”, 2 Referral center of STD’s and AIDS, University Hospital “A. Syggros”, Athens, Greece
Keywords: Anorectal condylomata acuminata, HPV- infection, anal intraepithilial neoplasia, anal cancer.
Corresponding Author: P. Mavrogianni, 92 Vresthenis street, GR-117 45, Athens, Greece e-mail: titi_mav@yahoo.gr

G.H. Sakorafas, M. Safiolea

DESCRIPTION:
During the 20th century, management of breast cancer has been dramatically changed. Initially, more aggressive methods of surgical treatment were used, but finally the more conser­vative operations became the preferred method of treatment. Thus, the modified radical mastectomy replaced the more aggressive radical mastectomy, while during the last two decades of the 20th century conservative surgery (lumpectomy or qua­drantectomy in association with axillary lymph node dissection and postoperative radiotherapy) were established as the procedure of choice for a significant percentage of patients with breast cancer. During the last decade of the 20th century the concept of sentinel lymph node gained wide acceptance among many surgeons around the world, in an attempt to minimize the complications of ordinary axillary lymph node dissection. Important steps in the evolution of surgery (including breast cancer surgery) during the 20th century include the introduction in clinical practice of blood transfusion, the concept of careful follow-up of patients (to achieve a valid statistical analysis of the results of therapy), the development of staging systems, the introduction of fresh frozen biopsy, the development of radiation therapy, chemotherapy and hormonotherapy. Newer methods of treatment (such as laser or radiofrequency ablation of small breast tumors, targeted gene therapy etc) represent a field of active research.

INFORMATION:

Origin Center: 4th Department of Surgery, Medical School, University of Athens, “Attikon” University Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Breast cancer, chemotherapy, radiation therapy, hormonal therapy, gene therapy, conservative therapy.
Corresponding Author: G.H. Sakorafas, 19–21 Arkadias street, GR-115 26 Athens, Greece e-mail: georgesakorafas@yahoo.com

P. Papakyriakou, M. Yiasemidou

DESCRIPTION:
Serum Mg concentrations affect PTH secretion in a similar manner to that of calcium. That is, hypomagnesemia stimulates PTH secretion while hypermagnesemia decreases it. Paradoxically, that is not the case for severe hypomagnesemia (serum Mg concentrations <1 mg/dL, <0.8 meq/L, <0.4 mmol/L), which suppresses PTH secretion. In such cases Mg supplements have been proven effective both in symptom relief and in restoring normal electrolyte concentrations. Here we present the case of a 43 year old woman diagnosed with severe Mg insufficiency superimposing primary hypoparathyroidism. Our objective is to examine whether there is similar benefit from Mg treatment in hypomagnesemia superimposing hypoparathyroidism as in secondary hypoparathyroidism due to hypomagnesemia.

INFORMATION:

Origin Center: Medical Ward, Paphos General Hospital, Paphos, Cyprus
Keywords: Hypoparathyroidism, hypomagnesemia, parathyroid hormone, PTH.
Corresponding Author: P. Papakyriakou, 11 Spetson street, Spetson Complex, Block B, no 3, 80 21 Paphos, Cyprus e-mail: panikcos@cytanet.com.cy

ΤΟΜΟΣ 96 Τεύχος 2 Αύγουστος 2009

Π. Κοσμίδης

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Οι στρωματικοί όγκοι του γαστρεντερικού (GIST) είναι οι πιο συχνοί μεσεγχυματικοί όγκοι της γαστρεντερικής οδού. Η πρωτεΐνη KIT αποτελεί έναν αξιόπιστο ανοσοϊστοχημικό δείκτη με καθοριστικό ρόλο στη διάγνωση των GIST. Για τη διάγνωση και την εκτίμηση της νόσου χρησιμοποιούνται απεικονιστικές μέθοδοι, όπως η αξονική τομογραφία (CT), η μαγνητική τομογραφία (MRI), ενώ η τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET) μπορεί να δώσει περισσότερες πληροφορίες για το μέγεθος και την κακοήθεια των όγκων αυτών. Εξελίξεις στη μοριακή βιολογία έφεραν επανάσταση το 2001, όταν η πρώτη μοριακή θεραπεία κατά του καρκίνου προσέφερε κλινικό όφελος στην περίπτωση των GIST. Με τη χορήγηση imatinib (αναστολέας τυροσινικής κινάσης) επιτυγχάνεται παράταση της διάμεσης επιβίωσης, που φθάνει τους 57 μήνες σε μεταστατικό GIST. Στην περίπτωση των GIST με μετάλλαξη στο εξώνιο 9, κλινικές συστάσεις προτείνουν χορήγηση υψηλής δόσης imatinib, λόγω μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας στην επιβίωση χωρίς επιδείνωση (PFS). Η καθιερωμένη προσέγγιση σε περίπτωση επιδείνωσης είναι η αύξηση της δόσης του imatinib. Το sunitinib αποτελεί την εγκεκριμένη θεραπεία δεύτερης γραμμής σε περίπτωση επιδείνωσης ή δυσανεξίας υπό imatinib. Στην περίπτωση των GIST, που έχουν πλήρως εξαιρεθεί χειρουργικά, η υποτροπή είναι συνήθης. Μια νέα κατηγοριοποίηση των GIST, που υποδεικνύει τον κίνδυνο υποτροπής με βάση το μιτωτικό δείκτη, το μέγεθος και την εντόπιση, έχει προταθεί. Η επικουρική χορήγηση του imatinib έδειξε όφελος στην επιβίωση χωρίς υποτροπή (RFS) και για αυτό πρόσφατα εγκρίθηκε από τις υγειονομικές αρχές. Υπάρχουν πλέον συστάσεις για τουλάχιστον 1 έτος επικουρικής χορήγησης imatinib σε ασθενείς με GIST ενδιάμεσου και υψηλού κινδύνου υποτροπής.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Β΄ Παθολογική – Ογκολογική Κλινική, ΔΘΚΑ Νοσοκο­μείο «Υγεία», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Στρωματικοί όγκοι, γαστρεντερικό, αναστολέας τυροσινικής κινάσης
Αλληλογραφία: Π. Κοσμίδης, Λεωφ. Κηφισίας & Ερυθρού Σταυρού 4, 151 23 Αθήνα

Δ.Γ. Ηλιόπουλος, Σ.Π. Ντουράκης

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Σε ασθενείς με δρεπανοκυτταρική νόσο παρατηρούνται συχνά ηπατικές διαταραχές, οι οποίες σχετίζονται με την παθογένεια της νόσου καθώς και με επιπλοκές της θεραπευτικής αντιμετώπισης των συμπτωμάτων της. Η παρούσα ανασκόπηση περιγράφει το φάσμα της ηπατικής συμμετοχής, όπως κυμαίνεται από την ασυμπτωματική ηπατομεγαλία, με ή χωρίς διαταραχές στις παραμέτρους της ηπατικής λειτουργίας, μέχρι τις σοβαρές οξείες εκδηλώσεις των αγγειοαποφρακτικών κρίσεων, αποτέλεσμα του πολυμερισμού της παθολογικής αιμοσφαιρίνης στο εσωτερικό των ερυθρών αιμοσφαιρίων και της ενσφήνωσης των δρεπανοκυττάρων στα ηπατικά κολποειδή. Τα οξεία κλινικά σύνδρομα περιλαμβάνουν τις επώδυνες ηπατικές κρίσεις, με οξύ άλγος στο δεξιό υποχόνδριο και ίκτερο, τα επεισόδια του ηπατικού εγκλωβισμού, με αιφνίδια ηπατομεγαλία και ραγδαία πτώση του αιματοκρίτη, και την επιμένουσα οξεία ή χρόνια ενδοηπατική χολόσταση με προεξέχον σημείο τον ίκτερο. Οι συχνές μεταγγίσεις και η χρόνια αιμόλυση σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο χολολιθίασης, χοληδοχολιθίασης, αιμοσιδήρωσης και σε σπάνιες πλέον περιπτώσεις, μετάδοσης ιών της ηπατίτιδας. Ασυνήθη ηπατικά σύνδρομα που περιγράφονται στους ασθενείς με δρεπανοκυτταρική νόσο αποτελούν η αυτοάνοση ηπατίτιδα, τα πυογενή ηπατικά αποστήματα, το ηπατικό έμφρακτο, το ηπατικό χόλωμα, το σύνδρομο Budd-Chiari και η υπεραμμωνιαιμία λόγω ένδειας ψευδαργύρου. Η διάγνωση στηρίζεται στην κλινική εξέταση, στον εργαστηριακό έλεγχο, στα απεικονιστικά ευρήματα και σε ορισμένες περιπτώσεις, στην ιστολογική διερεύνηση. Η θεραπεία με μεταγγίσεις αίματος, αφαιμαξομεταγγίσεις και χορήγηση υδροξυουρίας στοχεύει να προληφθεί η μη αντιστρεπτή βλάβη του ηπατικού παρεγχύματος. Η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των επιπλοκών αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της θετικής έκβασης της δρεπανοκυτταρικής ηπατοπάθειας.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Β΄ Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική, ΠΓΝΑ «Ιππο­κράτειο», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Δρεπανοκυτταρική νόσος, δρεπανοκυτταρική ηπατοπάθεια, επώδυνη ηπατική κρίση, ηπατική κρίση εγκλωβισμού, επιμένουσα ενδοηπατική χολόσταση, αιμοσιδήρωση, χολολιθίαση, ηπατίτιδα Α, ηπατίτιδα Β, ηπατίτιδα C, σύνδρομο Budd-Chiari, αυτοάνοση ηπατίτιδα, ηπατικά αποστήματα, υδροξυουρία, αφαιμαξομεταγγίσεις.
Αλληλογραφία: Σ.Π. Ντουράκης, Αχαΐας 28, 115 23 Αθήνα e-mail: spdour@med.uoa.gr

Γ.Χ. Σακοράφας, Αικ. Μαστωράκη, Μ. Σαφιολέας

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Οι όζοι θυρεοειδούς είναι ένα συχνό πρόβλημα στην κλινική πράξη. Αν και οι περισσότεροι από αυτούς αντιστοιχούν σε καλοήθεις βλάβες, σε ποσοστό περίπου 10% υποκρύπτεται κακοήθεια. Οι όζοι αυτοί θα πρέπει να αναγνωρίζονται και να αντιμετωπίζονται με χειρουργική επέμβαση. Στην πράξη, η συνήθης διαγνωστική διερεύνηση (που περιλαμβάνει παρακέντηση με λεπτή βελόνη (FNA) της ύποπτης βλάβης) εφαρμόζεται σε όζους διαμέτρου άνω των 10 mm. Εντούτοις, σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και σε μικρούς όζους (<10 mm) είναι δυνατόν να απαιτηθεί επιθετική διαγνωστική διερεύνηση και θεραπευτική αντιμετώπιση. Ο κλινικός γιατρός θα πρέπει να αναγνωρίσει ύποπτα ευρήματα από το ιστορικό, την κλινική και εργαστηριακή διερεύνηση και τον απεικονιστικό έλεγχο. Η FΝΑ θα πρέπει να γίνεται (συνήθως κάτω από υπερηχογραφική καθοδήγηση) σε κάθε όζο θυρεοειδούς, ασχέτως μεγέθους, εφόσον από τον παραπάνω έλεγχο αναγνωρισθούν ύποπτα για κακοήθεια ευρήματα. Αν και η συνηθέστερη μορφή κακοήθειας στους μικρούς όζους είναι το θηλώδες καρκίνωμα, εντούτοις θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το σπανιότερο ενδεχόμενο να υποκρύπτεται άλλη σπανιότερη μορφή καρκίνου θυρεοειδούς, όπως το μυελοειδές καρκίνωμα.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 4η Χειρουργική Κλινική, Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Αττικόν» ΠΓΝΑ, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Καρκίνος, θυρεοειδής, χειρουργική, υπερηχογράφημα, βιοψία διά λεπτής βελόνης, όζοι, θυρεοειδεκτομή.
Αλληλογραφία: Γ.Χ. Σακοράφας, Αρκαδίας 19–21, 115 26 Αθήνα e-mail: georgesakorafas@yahoo.com

ΤΟΜΟΣ 96 Τεύχος 2 Αύγουστος 2009

P. Kosmidis

DESCRIPTION:
Gastrointestinal stromal tumours (GIST) are the most common mesenchymal tumours of the gastrointestinal tract. Protein KIT constitutes a reliable immunohistochemical marker defining the diagnosis of GIST. Several imaging techniques are used for diagnosis and disease assessment, such as computed tomography (CT), magnetic resonance imaging (MRI), whereas the use of positron emission tomography (PET) can provide more information regarding the size and malignancy of these tumours. Advances in molecular biology brought revolution in 2001, as the first molecular therapy against cancer provided clinical benefit for patients with GIST. Prolongation of median survival up to 57 months in metastatic GISTs is achieved through treatment with imatinib (a tyrosine kinase inhibitor). Clinical recommendations suggest administration of high dose imatinib for patients with exon 9 mutations, due to higher rates of progression free survival (PFS). The standard approach for progressive disease is to increase the imatinib dose. In case of progression or intolerance with imatinib, sunitinib has been approved as second line therapy. For localized and fully resected GISTs, relapse is common. A new stratification for GIST, indicative of the risk of relapse and based on mitotic index, tumor size and location, has been proposed. Adjuvant treatment with imatinib has demonstrated benefit in terms of relapse free survival (RFS) and thus it has been recently approved by the Health Authorities. Recommendations suggest adjuvant treatment with imatinib for GIST patients of intermediate and high risk for at least 1 year.

INFORMATION:

Origin Center: 2nd Pathology-Oncology Clinic, “Ygeia”, Hospital Athens, Greece
Keywords: Stromal tumours, gastrointestinal, tyrosine kinase inhibitor.
Corresponding Author: P. Kosmidis, Kifisias Ave., & Erithrou Stavrou 4, GR-151 23 Athens, Greece

D.G. Eliopoulos, S.P. Dourakis

DESCRIPTION:
The term sickle cell hepatopathy describes the group of liver dysfunction observed in patients with sickle cell disease (SCD). It ranges from single hepatomegaly with or without alteration of hepatic function to severe and often life–threatening acute complications due to vascular occlusion by sickle cells. Polymerization of the altered haemoglobin in the presence of cellular dehydration, severe hypoxia, inflammatory response, increased viscosity and reperfusion injury is associated with red cells sickling process, adherence in vascular wall and finally sinusoidal obstruction. The present review describes the acute and chronic hepatic complications in patients with SCD. Acute syndromes include sickle cell crisis, with acute right upper quadrant pain and jaundice, hepatic sequestration crisis, characterized by rapidly increasing hepatomegaly and severe reduction of hematocrit, and sickle cell intrahepatic cholestasis with jaundice and hyperbilirubinemia. Due to chronic hemolysis and blood transfusions, in order to maintain haemoglobin levels to normal, patients with SCD are more susceptible to cholelithiasis, choledocholithiasis and iron overload meanwhile transmission of hepatitis virus is nowadays rare. Finally, miscellaneous liver complications due to sickle cell anemia are hepatic infrαction, autoimmune hepatitis, Budd-Chiari syndrome, hepatic abscess, hepatic biloma and hyperammonemia due to zinc deficiency. Diagnosis is established with clinical presentation, laboratory findings, imaging tests and sometimes liver biopsy. Blood straight, exchange transfusions and hydroxyurea are used for treatment. Prompt diagnosis and treatment is targeting to prevent liver failure and cirrhosis.

INFORMATION:

Origin Center: 2nd Academic Department of Medicine, “Hippokration” University General Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Sickle cell disease, sickle cell hepatopathy, hepatic sequestration crisis, hepatic crisis, intrahepatic cholestasis, cholelithiasis, iron overload, hepatitis A, hepatitis B, hepatitis C, Budd-Chiari syndrome, autoimmune hepatitis, hepatic abscess, hydrox
Corresponding Author: S.P. Dourakis, 28 Achaias street, GR–115 23 Athens, Greece e-mail: spdour@med.uoa.gr

G.H. Sakorafas, Aik. Mastoraki, M. Safioleas

DESCRIPTION:
Thyroid nodules are very commonly encountered in clinical practice. Although most commonly are due to benign diseases, in about 10% of patients the underlying disease is malignant. These nodules should be recognized early; surgical treatment is indicated in the management of these patients. In practice, the usual diagnostic evaluation (which includes fine-needle aspiration (FNA) of the suspicious lesion) is followed for nodules measuring more than 10 mm; however, occasionally an aggressive diagnostic and therapeutic approach is indicated for selected patients with small (<10 mm) thyroid nodules. The physician should recognize suspicious findings from history, clinical and laboratory investigation and imaging studies. FNA should be liberally performed (usually under ultrasonographic guidance) for small thyroid nodules in the presence of these suspicious findings. The most common malignancy in small thyroid nodules is papillary carcinoma (microcarcinoma); however, the possibility of other more rare types of thyroid malignancies (i.e. medullary thyroid cancer) should be considered in selected cases.

INFORMATION:

Origin Center: Department of Surgery, Athens University, “Attikon” University General Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Cancer, thyroid, surgery, ultrasound, fine-needle aspiration, nodules, thyroidectomy.
Corresponding Author: G.H. Sakorafas, 19–21 Arcadias street, GR-115 26 Athens, Greece e-mail: georgesakorafas@yahoo.com

ΤΟΜΟΣ 96 Τεύχος 3 Σεπτέμβριος 2009

Δ. Παπαμιχαήλ, Ε. Γεωργίου

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η ένωση της ποζιτρονικής και υπολογιστικής τομογραφίας δημιούργησε ένα αξιοθαύμαστο εργαλείο (PET/CT) που απεικονίζει ταυτόχρονα λειτουργικά και ανατομικά στοιχεία. Σκοπός της παρούσας ανασκόπησης είναι η ανάδειξη της τεχνολογίας και των εφαρμογών της PET/CT, όπως και των μελλοντικών δυνατοτήτων της. Οι εφαρμογές της επεκτείνονται σε πολλούς τομείς, με κυρίαρχη την εφαρμογή της στην Ογκολογία. Η αρχική σταδιοποίηση, η εκτίμηση του θεραπευτικού αποτελέσματος, η καθοδήγηση μιας ακτινοθεραπείας ή μιας βιοψίας και η επανασταδιοποίηση μετά από τη θεραπεία, είναι μερικές από τις ενδείξεις της χρήσης της που αποδεικνύουν πως αποτελεί ένα χρήσιμο κλινικό εργαλείο. Η δυνατότητα νέων ραδιοφαρμάκων να ενώνονται εκλεκτικά σε νευροϋποδοχείς τα καθιστά χρήσιμα στη διάγνωση νευρολογικών και ψυχιατρικών ασθενειών, στη μελέτη της πορείας τους και στην αποτελεσματικότητα μιας φαρμακευτικής αγωγής. Νέα ραδιοφάρμακα επεκτείνουν τις εφαρμογές της PET, για παράδειγμα σε καρδιαγγειακές παθήσεις και λοιμώξεις. Καινούργιες τεχνολογίες ήταν απαραίτητες για την επίτευξη της λειτουργίας ενός PET/CT, ενώ νέες προσεγγίσεις υπόσχονται καλύτερα αποτελέσματα. Παραμένει να απαντηθεί σύντομα το ερώτημα αν το καινούργιο υβριδικό σύστημα (PET/MRI) θα αντικαταστήσει την ήδη πετυχημένη PET/CT ή θα αποτελέσει ένα συμπλήρωμα στη σύγχρονη απεικόνιση.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Εργαστήριο Ιατρικής Φυσικής, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Ποζιτρονική τομογραφία, PET/CT, PET/MRI, ραδιοφάρμακα, ογκολογία, καρδιολογία, νευρολογία, ιατρική απεικόνιση, νέες τεχνολογίες
Αλληλογραφία: Δ. Παπαμιχαήλ, Εργαστήριο Ιατρικής Φυσικής, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα e-mail: dimitris.papamihail@gmail.com

Α. Φωτοπούλου,(1) Δ. Δημητρουλόπουλος,(2) Εμ. Παρασκευάς (2)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Τα καρκινοειδή (Argentaffinomas) ανήκουν σε μια ευρύτερη οικογένεια νεοπλασιών, γνωστών ως νευροενδοκρινείς όγκοι, οι οποίοι προέρχονται από τα κύτταρα APUD (Amine Precursor Uptake and Decarboxylation). Καρκινοειδείς όγκοι απαντώνται σχεδόν σε κάθε όργανο και σύστημα προερχόμενο από το αρχέγονο ενδόδερμα, αλλά συχνότερα εξορμώνται από τη γαστρεντερική οδό, και κατά προσέγγιση αναλογούν στο ήμισυ όλων των ενδοκρινών όγκων του γαστρεντερικού σωλήνα. Σε ποσοστό άνω του 95% εντοπίζονται σε 3 κυρίως θέσεις: σκωληκοειδής απόφυση, ορθό και λεπτό έντερο. Ανεξαρτήτως εντόπισης, οι καρκινοειδείς όγκοι έχουν τη δυνατότητα παραγωγής διαφόρων πεπτιδίων. Κλινικά, είναι δυνατόν να εκδηλωθούν σε διάφορα στάδια της νόσου με ορμονικά ή σχετιζόμενα με ορμόνες συμπτώματα/σύνδρομα ή και χωρίς αυτά. Δυνατόν να εμφανιστούν είτε σποραδικά είτε ως επιμέρους εκδηλώσεις κληρονομικών συνδρόμων. Η κλινική τους πορεία είναι συχνά ήπια, αλλά μπορεί επίσης να είναι επιθετική και ανθεκτική στη θεραπεία. Η παρούσα ανασκόπηση παρέχει ένα ευρύ φάσμα των εξελίξεων που έχουν σημειωθεί στην αποσαφήνιση της κλινικής και εργαστηριακής διάγνωσης, συμπεριλαμβανομένης και της προόδου στους τομείς της Γενετικής, της Μοριακής Βιολογίας, της Ιστοπαθολογίας, των βιοχημικών δεικτών, της ακτινολογικής και σπινθηρογραφικής απεικόνισης και της ενδοσκόπησης.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1 ΚΑΟ, Νοσοκομείο «Υγεία», 2 Γαστρεντερολογική Κλινική, ΑΟΝΑ «Ο Άγιος Σάββας», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Καρκινοειδές, νευροενδοκρινείς όγκοι, καρκινοειδές πεπτικού, σωματοστατίνη, Octreoscan.
Αλληλογραφία: Δ. Δημητρουλόπουλος, Παρνασσού 35, 152 34 Χαλάνδρι, Αθήνα e-mail: dimdim@otenet.gr

Χ. Παπανδρέου, Χ.Μ. Χατζής, Ν. Τζανάκης

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Τα υγιή κύτταρα παράγουν συνεχώς ελεύθερες ρίζες οξυγόνου, που διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα μέσω πολλαπλών αντιοξειδωτικών συστημάτων. Ανισορροπία ανάμεσα στην παραγωγή και εξουδετέρωσή τους οδηγεί στη δημιουργία οξειδωτικού στρες, που εμπλέκεται σε αρκετές παθήσεις. Οι επιβλαβείς επιδράσεις των ριζών αυτών αντισταθμίζονται από την αντιοξειδωτική δράση των αντιοξειδωτικών ενζύμων και μη-ενζυματικών αντιοξειδωτικών. Πολυάριθμες μελέτες δείχνουν ότι η μείωση του κινδύνου διαφόρων ασθενειών, κυρίως καρδιαγγειακών παθήσεων και κάποιων μορφών καρκίνου, σχετίζεται με διατροφή πλούσια σε φυτικές τροφές που περιέχουν αντιοξειδωτικές ουσίες. Επειδή η Μεσογειακή διατροφή χαρακτηρίζεται από αφθονία στις τροφές αυτές (φρούτα, λαχανικά, δημητριακά με όλο το πίτουρο, ξηροί καρποί, ελαιόλαδο και κόκκινο κρασί), οι ερευνητές έχουν αποδώσει μια πληθώρα προστατευτικών ιδιοτήτων στα αντιοξειδωτικά που περιέχονται σε αυτές. Πρόσφατα, χρησιμοποιείται η κλίμακα ORAC που αποτελεί δείκτη της αντιοξειδωτικής ικανότητας αρκετών τροφίμων. Αντίθετα, η πλειονότητα των μελετών υποστηρίζει τον αρνητικό ρόλο της χορήγησης αντι¬οξειδωτικών συμπληρωμάτων στη μείωση του κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα και καρκίνο.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Κλινική Προληπτικής Ιατρικής και Διατροφής, Πανεπιστημίου Κρήτης, Κρήτη
Λέξεις Κλειδιά: Ελεύθερες ρίζες οξυγόνου, οξειδωτικό στρες, καρδιαγγειακά νοσήματα, καρκίνος, αντιοξειδωτικά, συμπληρώματα διατροφής, μεσογειακή διατροφή.
Αλληλογραφία: Χ. Παπανδρέου, Αγ. Παρασκευής 10, 715 00 Γούβες, Ηράκλειο e-mail: papchris10@gmail.com

Κ. Παπαγεωργίου,(1) Ε. Τσιβίκη (2)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
To στρες είναι μια κατάσταση που στις σημερινές κοινωνίες εμφανίζεται όλο και συχνότερα. Τα τελευταία χρόνια έχει εισβάλει και στη ζωή των παιδιών, με αποτέλεσμα να επηρεάζει ιδιαίτερα τη σχολική τους επίδοση. Η μεγάλη αύξηση του αριθμού των παιδιών που παρουσιάζουν συμπτώματα στρες προκαλεί την ανησυχία των γονιών, των δασκάλων και της ιατρικής κοινότητας. Το άρθρο αυτό ασχολείται με τις αιτίες, τις συνέπειες και τις στρατηγικές πρόληψης των στρεσογόνων γεγονότων στη διαδικασία εκπαίδευσης των παιδιών και των εφήβων. Το σχολείο μπορεί να είναι στρεσογόνος παράγοντας, ξεκινώντας από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, συνεχίζοντας στη δευτεροβάθμια και καταλήγοντας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δυσάρεστα γεγονότα προκαλούν συχνά άγχος, κατάθλιψη και θυμό. Οι καλύτεροι τρόποι πρόληψης του άγχους σε παιδιά και εφήβους είναι η αναζήτηση οικογενειακής και κοινωνικής υποστήριξης, που αποσκοπεί στην επίλυση των προβλημάτων, τη μείωση και την αποφυγή των εντάσεων.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1 Ιδιώτης Παιδίατρος, Καστοριά, 2 Παιδιατρική Κλινική, «Μποδοσάκειο» Γενικό Νοσοκομείο Πτολεμαΐδας, Πτολεμαΐδα
Λέξεις Κλειδιά: Ψυχολογική καταπόνηση, πηγές, σχολείο, συνέπειες, πρόληψη, μαθητές
Αλληλογραφία: Κ. Παπαγεωργίου, Άννης Κομνηνού 1, 52 100 Καστοριά, Ελλάδα e-mail: kokis@boxer.com.gr

ΤΟΜΟΣ 96 Τεύχος 3 Σεπτέμβριος 2009

D. Papamichail, E. Georgiou

DESCRIPTION:
The fusion of Positron Emission To­mography with Computed tomography created a remarkable tool (PET/CT), which simultaneously depicts functional and anatomical data. The purpose of this review is to highlight technology and PET/CT applications, as well as its future capabilities. PET/CT extends in too many fields, but most of its usefulness lies in the area of oncology. The initial staging, assessment of the therapeutic effect, the guidance for a biopsy or radiotherapy and restaging after the treatment, are some of its applications and show how useful a clinical tool it is. The ability of new radiopharmaceuticals to bind sele­ctively to neuroreceptors makes PET/CT useful in diagnosis of neurological and psychiatric diseases, in prognosis and the efficiency of a pharmaceutical treatment. New radiopharmaceuticals extend their applications into new areas such as cardiovascular diseases and infections. New technologies were necessary to achieve an operating PET/CT and new approaches promise better results. Will the new hybrid system (PET/MRI) replace the already successful PET/CT or will it be an adjunct to modern imaging?

INFORMATION:

Origin Center: Laboratory of Medical Physics, Medical School, National and Kapodistrian University of Athens, Athens, Greece
Keywords: Positron emission tomography, PET/CT, PET/MRI, radiopharmaceuticals, oncology, cardiology, neurology, medical imaging, new technologies.
Corresponding Author: D. Papamichail, Laboratory of Medical Physics, Medical School, National and Kapodistrian University of Athens, Athens, Greece e-mail: dimitris.papamihail@gmail.com

A. Fotopoulou,(1) D. Dimitroulopoulos,(2) Em. Paraskevas (2)

DESCRIPTION:
The carcinoid tumor, argentaffinoma, is a member of a very exclusive neoplastic family, known also in the past as neuroendocrine or amine precursor uptake and decarboxylation tumors. Carcinoids have been found to arise from almost every organ and system derived from the primitive endoderm, but are most frequently originated from the gastrointestinal tract, accounting for approximately half of all gastrointestinal endocrine tumors. Between 75.5% and 95% of all gastrointestinal carcinoids are located in only three sites: the appendix, rectum and small intestine. Irrespectively to their location, carcinoids are capable of producing various peptides. These tumors may present at different disease stages with either hormonal or hormonal-related symptoms/syndromes, or without hormonal symptoms and may occur either sporadically or as a part of hereditary syndromes. Their clinical course is often indolent but can also be aggressive and resistant to treatment. This review provides a broad outline of progress that has been made in the elucidation of their clinical and laboratory diagnosis including recent advances in genetics, molecular biology, histopathology, biochemical markers, radiologic and scintigraphic imaging and endoscopy of gastrointestinal carcinoid tumors.

INFORMATION:

Origin Center: 1 KAO, “Hygeia” Hospital, 2 Gastroenterology Department, “Agios Savas” Cancer Hospital, Athens, Greece
Keywords: Carcinoid, neuroendocrine tumors, digestive carcinoid, somatostatin, Octreoscan.
Corresponding Author: D. Dimitroulopoulos, 35 Parnassou street, GR-152 34 Chalandri, Athens, Greece e-mail: dimdim@otenet.gr

Ch. Papandreou, Ch.M. Chatzis, N. Tzanakis

DESCRIPTION:
Healthy cells continuously produce low levels of reactive oxygen species (ROS), which are buffered by multiple antioxidant systems. Imbalance between ROS production and elimination results in oxidative stress, which has been implicated in numerous human diseases. The harmful effects of ROS are counterbalanced by the antioxidant action of both antioxidant enzymes and non-enzymatic antioxidants. Numerous studies indicate that a reduced risk of various diseases, mainly cardiovascular diseases and cancer, is associated to a diet rich in plant foods that contain antioxidant compounds. Because the Mediterranean diet is characterized by abundance of these foods (fruits, vegetables, wholegrain cereals, nuts, olive oil and red wine), researchers have attributed a great deal of protective activities to the antioxidants included. Recently, the ORAC scale is used as an index of the antioxidant capacity of several foods. In contrary, the majority of studies support the negative role of antioxidant supplementation in reducing the risk of cardiovascular diseases and cancer.

INFORMATION:

Origin Center: Preventive Medicine and Nutrition Clinic, University of Crete, Heraklion, Greece
Keywords: Reactive oxygen species, oxidative stress, cardiovascular diseases, cancer, antioxidants, supplements, mediterranean diet.
Corresponding Author: Ch. Papandreou, 10 St. Paraskevi street, GR- 715 00 Gouves, Hrakleio, Greece e-mail: papchris10@gmail.com

K. Papageorgiou,(1) E. Tsiviki (2)

DESCRIPTION:
Stress is a condition that increasingly appears in today’s society. In recent years it has even invaded the lives of children and therefore it particularly affects school performance. The considerable increase in the number of children showing symptoms of stress causes great concern among parents, teachers and the medical community. This article discusses the causes, consequences and prevention strategies of stressful events throughout the educational process of children and adolescents. School can be a major stress generating factor spreading from primary education to secondary and finally to higher education. Unpleasant events often cause anxiety, depression and anger. The best way to prevent stress in children and adolescents is seeking family and social support aiming at solving problems, and reducing tension.

INFORMATION:

Origin Center: 1 Pediatrician, Kastoria, 2 Department of Pe­diatrics, “Mpodosakeio” General Hospital of Pto­le­maida, Ptolemaida, Greece
Keywords: Sources of stress, effects of stress, prevention of stress, school, students.
Corresponding Author: K. Papageorgiou, 1 Annis Komninou street, GR-52 100 Kastoria, Greece e-mail: kokis@boxer.com.gr

ΤΟΜΟΣ 96 Τεύχος 4 Οκτώβριος 2009

Ν. Μπαλταγιάννης,(1) Χρ. Σοφούδης,(2) Κ. Καλογεράκος(2)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η πνευμονική εμβολή αποτελεί μια από τις κύριες αιτίες θανάτου σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι περισσότεροι θάνατοι οφείλονται σε ανεπιτυχή διάγνωση παρά σε ανεπαρκή θεραπεία. Τα 2/3 των ασθενών καταλήγουν μέσα σε μία ώρα (χρυσή ώρα) από την έναρξη των συμπτωμάτων. Η διάγνωση της πνευμονικής εμβολής αποτελεί δίλημμα για τους κλινικούς οι οποίοι πρέπει να ξεχωρίσουν τους ασθενείς με αυτή τη νόσο και να τους αντιμετωπίσουν, από τους ασθενείς που είναι ύποπτοι να έχουν οξεία πνευμονική εμβολή αλλά δεν πάσχουν από αυτήν. Καθώς τα αντικειμενικά ευρήματα και τα ενοχλήματα της πνευμονικής εμβολής είναι μη ειδικά, πολλοί ασθενείς που προσέρχονται με αναπνευστικά συμπτώματα διερευνώνται λεπτομερώς. Ορισμένοι κανόνες πρόβλεψης είναι πλέον στη διάθεσή μας στην κλινική πράξη αλλά οι θεραπευτικές αποφάσεις δεν μπορούν να ληφθούν στη βάση αυτών των κανόνων μόνον. Η διαγνωστική ισχύς της δοκιμασίας D-dimer επί ασθενών με υποψία οξείας πνευμονικής εμβολής έγκειται στον αποκλεισμό και μόνον της νόσου. Η πνευμονική αγγειογραφία είναι κατά παράδοση η διαγνωστική εξέταση αναφοράς για την πνευμονική εμβολή. Αλλά η μέθοδος είναι αιματηρή, απαιτεί καθετηριασμό των δεξιών καρδιακών κοιλοτήτων, έγχυση σκιαγραφικής ουσίας και προϋποθέτει εμπειρία. Το σπινθηρογράφημα αερισμού-αιμάτωσης έχει γίνει μέθοδος εκλογής και αντικατέστησε την πνευμονική αγγειογραφία για πολλά χρόνια. Η υπολογιστική τομογραφία θώρακος με σκιαγραφικό έχει καταστεί διαγνωστική εξέταση εκλογής τα τελευταία χρόνια. Η αξονική σπειροειδής αγγειογραφία με πολυανιχνευτικούς τομογράφους φαίνεται ότι πληρεί τις προϋποθέσεις να αντικαταστήσει το σπινθηρογράφημα αερισμού-αιμάτωσης και την πνευμονική αγγειογραφία ως διαγνωστική εξέταση αναφοράς στη διάγνωση της νόσου. Η παρούσα ανασκόπηση αποτελεί σύντομη και περιεκτική περιήγηση από το πρώτο σύμπτωμα στην έγκαιρη διάγνωση της οξείας πνευμονικής εμβολής.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1Θωρακοχειρουργική Κλινική, 2Μονάδα Μαστού ΕΑΝ Πειραιά «Μεταξά», Πειραιά
Λέξεις Κλειδιά: Πνευμονική εμβολή, διάγνωση, κανόνες πρόβλεψης
Αλληλογραφία: Ν. Μπαλταγιάννης, Σωκράτους 14, 174 55 Άλιμος, Αθήνα e-mail: baltayiannisn@yahoo.gr

Ά. Πεφάνης

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Οι λοιμώξεις του ανώτερου ουροποιητικού από τη κοινότητα αποτελούν συχνό αίτιο σοβαρής νοσηρότητας και επακόλουθης εισαγωγής στο νοσοκομείο. Επιπροσθέτως, οι ουρολοιμώξεις αποτελούν το δεύτερο αίτιο νοσοκομειακής λοίμωξης. Οι σοβαρότερες μορφές ουρολοίμωξης φέρονται σήμερα υπό τον όρο ουροσήψη ο οποίος χαρακτηρίζει τη σήψη που προκαλείται από λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος (και στα δύο φύλα) και/ή του γεννητικού συστήματος του άνδρα (π.χ. από οξεία προστατίτιδα). Σκοπός της παρούσας βραχείας ανασκόπησης είναι η παρουσίαση σύγχρονων δεδομένων που αφορούν τόσο στις σοβαρές ουρολοιμώξεις που αποκτήθηκαν στην κοινότητα όσο και στις νοσοκομειακές ουρολοιμώξεις, όπως η οξεία νοσοκομειακή πυελονεφρίτιδα, οι ουρολοιμώξεις σε ασθενείς με ουροκαθέτηρα και η καντιντουρία.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Παθολογική Κλινική, ΓΝΝΘΑ «Η Σωτηρία», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Ουρολοίμωξη, νοσοκομειακή, κοινότητας, ουροσήψη, πυελονεφρίτιδα, καντιντουρία, ουροκαθετήρας.
Αλληλογραφία: Ά. Πεφάνης, Παθολογική Κλινική, ΓΝΝΘΑ «Η Σωτηρία», Μεσογείων 152, 115 27 Αθήνα e-mail: pefan1@otenet.gr

Γ.Χ. Σακοράφας, Μ. Σαφιολέας

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Οι μεταστάσεις στους τραχηλικούς λεμφαδένες είναι αρκετά συνήθεις σε ασθενείς με θηλώδες καρκίνωμα του θυρεοειδούς (ΘηΚΘ). Παρά το ότι το ΘηΚΘ έχει καλή πρόγνωση, η λεμφαδενική του διασπορά συνδυάζεται με αυξημένη πιθανότητα τοπικής υποτροπής, που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ποιότητα ζωής του ασθενούς και να επιδεινώσει την πρόγνωση. Επομένως, η αναγνώριση των λεμφαδενικών μεταστάσεων προεγχειρητικά έχει ιδιαίτερη σημασία για τον χειρουργό, προκειμένου να σχεδιάσει τη βέλτιστη χειρουργική επέμβαση για κάθε συγκεκριμένο ασθενή. Στις δυτικές χώρες, ο λεμφαδενικός καθαρισμός του τραχήλου (ΛΚΤ) γίνεται εκλεκτικά, επί παρουσίας μόνον τραχηλικής λεμφαδενοπάθειας, ενώ αντίθετα σε αρκετές χώρες της ανατολής, όπως η Ιαπωνία (όπου η χρήση ραδιοϊσοτόπων είναι εξαιρετικά περιορισμένη διά νόμου) αρκετοί χειρουργοί προτιμούν τον προφυλακτικό (συστηματικό) ΛΚΤ. Σήμερα, ο ΛΚΤ γίνεται με βάση το χωρισμό του τραχήλου σε ανατομικά διαμερίσματα λεμφαδένων. Πρόσφατα, εντούτοις, ακόμη και στις δυτικές χώρες, λόγω της αυξημένης συχνότητας τραχηλικών λεμφαδενικών μεταστάσεων υπάρχει μία τάση υπέρ της εκτέλεσης περιορισμένου (κεντρικού) ΛΚΤ ακόμη και στους ασθενείς χωρίς κλινικά ή υπερηχογραφικά εμφανή τραχηλική λεμφαδενοπάθεια. Με την τακτική αυτή προλαμβάνεται η υποτροπή της νόσου. Η εμπειρία από την πλευρά του χειρουργού είναι απαραίτητη, ώστε να είναι σε θέση να εκτελέσει τον ΛΚΤ με ασφάλεια, όποτε αυτό κριθεί απαραίτητο, στο χρόνο της αρχικής επέμβασης (θυρεοειδεκτομής).

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Δ΄ Χειρουργική Κλινική Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Αττι­κόν» ΠΓΝΑ, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Θυρεοειδής, καρκίνος, θηλώδες, χει­ρουργική, υπερηχογράφημα, μετάσταση. λεμφαδενικός καθαρισμός.
Αλληλογραφία: Γ.Χ. Σακοράφας, Αρκαδίας 19–21, 115 26 Αθήνα e-mail: georgesakorafas@yahoo.com

Π.Κ. Τσιμπούρης, Β. Καλαβέτση, Χρ.Ν. Καλαντζής

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, σχετίζεται αποδεδειγμένα με την ανάπτυξη πεπτικού έλκους, και πιθανόν του γαστρικού καρκίνου και του MALT λεμφώματος του στομάχου. Η ανάπτυξη εμβολίου έναντι του ελικοβακτηριδίου αποτελεί την καλύτερη και την οικονομικότερη αντιμετώπιση για τα νοσήματα αυτά ειδικά μετά την ανάπτυξη αντοχής στα περισσότερα αντιβιοτικά, που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του ελικοβακτηριδίου. Μέχρι σήμερα δεν έχει παραχθεί αποτελεσματικό εμβόλιο, καθώς το ελικοβακτηρίδιο αναπτύσσει μια σειρά από μηχανισμούς, που του επιτρέπουν να παρακάμπτει τόσο την εγγενή, όσο και την ειδική ανοσία, όπως η δυνατότητα του να διεισδύει στο χόριο, η εξουδετέρωση του ΝΟ από την ουρεάση, η επαγωγή απόπτωσης των μακροφάγων, των δενδριτικών κυττάρων και των λεμφοκυττάρων. Το κυριότερο ζωικό μοντέλο για την ανάπτυξη εμβολίου είναι το μοντέλο του Mongolian gerbil, αν και δοκιμές έχουν γίνει σε διάφορα ζώα, με διαφορετικούς συνδυασμούς αντιγόνων, ανοσοενισχυτικών μορίων και με διαφορετικά οχήματα μεταφοράς των αντιγόνων. Περισσότερο υποσχόμενοι συνδυασμοί αντιγόνων είναι ο συνδυασμός των κυριότερων τοξινών CagA, VacA και ΝΑΡ και ο συνδυασμός των τριών μορίων προσκόλλησης BabA, BabB και SabΑ. Οι συνδυασμοί αυτοί με χρήση οξειδίου του αργιλίου ως ανοσοενισχυτικού έχουν εφαρμοστεί σε μελέτες φάσης ΙΙ και Ι αντίστοιχα στους ανθρώπους με ενθαρρυντικά αποτελέσματα.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Γαστρεντερολογική Κλινική ΝΙΜΤΣ, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: H. pylori, εμβόλιο, πρόληψη, MALT λέμφωμα, πεπτικό έλκος, γαστρικός καρκίνος.
Αλληλογραφία: Π. Τσιμπούρης, Μπισκίνη 29, 157 71 Ζωγράφου e-mail: tsibofam@yahoo.com

Δ.Ν. Μώρης, Σ.Η. Γεωργόπουλος

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Έχουν περιγραφεί πολλές ανατομικές παραλλαγές που αφορούν την ύπαρξη, την έκφυση, και την θέση της έσω καρωτίδας. Η διάμετρος και το πάχος της φαίνεται ότι εξαρτώνται από το φύλο και το επικρατούν ημισφαίριο, το οποίο σχετίζεται με την πλευρίωση (δεξιοχειρία ή αριστεροχειρία). Η αιμάτωση του εγκεφάλου ολοκληρώνεται με τον κύκλο του Willis, του οποίου οι παραλλαγές σχετίζονται με την ύπαρξη ελλειμμάτων σε κάποιο μέρος του κύκλου και συσχετίζονται με αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (ΑΕΕ). Οι παραλλαγές σχετίζονται με την ύπαρξη ελλειμμάτων σε κάποιο μέρος του κύκλου. Οι φλεβώδεις κόλποι συμμετέχουν στην φλεβική παροχέτευση του εγκεφαλικού παρεγχύματος. Συμβάλλουν στον Ληνό του Ηροφίλου (συμβολή των κόλπων), ο οποίος εμφανίζει αρκετές παραλλαγές, όπως απλασία, διχασμό, έκτοπη εκβολή. Το αίμα διέρχεται από τη συμβολή των κόλπων στην έσω σφαγίτιδα, η οποία παρουσιάζει παραλλαγές και ανεπάρκειες που σχετίζονται με παροδική νευρολογική συμπτωματολογία. Η αιματική ροή σε αυτούς εξαρτάται από την πλευρίωση, το αναπνευστικό πρότυπο, το φύλο, την ηλικία και τη φυλή. Η αιματική ροή στον Ληνό του Ηροφίλου δεν επηρεάζεται άμεσα από την πλευρίωση, όμως φαίνεται πως επηρεάζεται η ροή στους συμβάλλοντες κόλπους. Οι ανατομικές παραλλαγές εξαρτώνται από την ημισφαιρική επικράτηση καθώς επίσης και η ακριβής φύση των συμπτωμάτων μετά από ΑΕΕ. Η αξία των παρατηρήσεων έγκειται στην εκτίμηση του αυξημένου κινδύνου αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, που μπορεί να τεκμηριωθεί μέσω της πραγματοποίησης στατιστικών αναλύσεων για τη συσχέτιση της δεξιοχειρίας ή της αριστεροχειρίας με τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, καθώς και με το σχεδιασμό θεραπειών επανένταξης με βάση την ημισφαιρική επικράτηση.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Α΄ Χειρουργική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Λαϊκό» ΠΓΝΑ, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Έσω καρωτίδα, φλεβώδεις κόλποι, κύκλος Willis, Ληνός του Ηροφίλου, ανατομικές παραλλαγές, πλευρίωση, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια.
Αλληλογραφία: Δ.Ν. Μώρης, Αναστασίου Γενναδίου 56, 114 74 Αθήνα e-mail: dimmoris@yahoo.com

Κ.Γ. Γιαννοπούλου,(1) Α. Καραβασίλη,(1) Μ. Μάτη,(2) Κ.Σ. Κανέλλ

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
ΣΚΟΠΟΣ Να διερευνήσουμε εάν οι ηλικιωμένοι ασθενείς με κάταγμα ισχίου πάσχουν συχνότερα από άλλους χειρουργικούς ασθενείς της αντίστοιχης ηλικίας και φύλου, από συγκεκριμένα νευρολογικά νοσήματα (άνοια, παρκινσονισμό, κατάθλιψη). ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΣ Όλοι οι ασθενείς με κάταγμα ισχίου άνω των 65 ετών που νοσηλεύθηκαν στην ορθοπαιδική κλινική του Λαϊκού Νοσοκομείου εντός του 2008 υποβλήθηκαν σε νευρολογική εξέταση και νευροψυχολογικές δοκιμασίες. Την ίδια χρονική περίοδο εξετάστηκαν με τον ίδιο τρόπο χειρουργικοί ασθενείς της Α΄ χειρουργικής και της ουρολογικής κλινικής. Δημιουργήσαμε 80 ζεύγη ασθενών (με κάταγμα ισχίου) – μαρτύρων (χειρουργικών ασθενών χωρίς κάταγμα ισχίου) σύντονα ως προς το φύλο και την ηλικία. Συγκρίναμε τις δύο ομάδες ως προς την ύπαρξη άνοιας, εξωπυραμιδικής συνδρομής και κατάθλιψης. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Η ομάδα των ασθενών με κάταγμα ισχίου,έπασχε σε στατιστικά σημαντικότερο βαθμό από άνοια (P=0,002) και/ή εξωπυραμιδική συνδρομή (P<0,001). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Προτείνουμε κάθε ηλικιωμένος με κάταγμα ισχίου να εξετάζεται νευρολογικά έτσι ώστε να ελαττωθούν οι επιπτώσεις ενός συνυπάρχοντος νευρολογικού νοσήματος.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1Νευρολογικό Τμήμα, 2Ειδικό Ιατρείο Άνοιας, ΓΝΑ «Λαϊκό», Αθήνα, 3Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πανεπιστήμιο Πατρών, Πάτρα, 4Τμήμα Νοσηλευτικής, ΤΕΙ Λαμίας, Λαμία
Λέξεις Κλειδιά: Κάταγμα ισχίου, άνοια, νόσος Parkinson, JEL Classification I19.
Αλληλογραφία: Κ.Γ. Γιαννοπούλου, Αγ. Θωμά 17, 115 27 Γουδί Αθήνα, e-mail: ekati2@otenet.gr

Χ. Παπανδρέου

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
ΣΚΟΠΟΣ Τα τελευταία χρόνια ο επιπολασμός της παχυσαρκίας ολοένα και αυξάνεται, επιβαρύνοντας την υγεία των πασχόντων. Η μελέτη των παραγόντων που οδηγούν στην υπερβολική συσσώρευση λίπους είναι καθοριστικής σημασίας για την πρόληψη της παχυσαρκίας, ιδιαίτερα στην προσχολική ηλικία. Η μικρή διάρκεια ύπνου έχει βρεθεί ότι συνδέεται με την αυξανόμενη λιπώδη μάζα, εύρημα που χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση. Έτσι, σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να εξακριβώσει τη σχέση αυτή καθώς και το σχετικό μηχανισμό σε επίπεδο σωματικής δραστηριότητας. ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΣ Στην έρευνα συμμετείχαν οικογένειες (113 γονείς και 89 παιδιά 2–6 ετών) από την περιοχή του Αμπερντίν της Σκωτίας. Οι μετρήσεις περιελάμβαναν ανθρωπομετρικές παραμέτρους (βάρος-ύψος), μετρήσεις σύστασης σώματος (DEXA), διάρκειας ύπνου (actigraphy) και σωματικής δραστηριότητας (actigraphy-ερωτηματολόγια). ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑTA Δε βρέθηκε σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στη διάρκεια ύπνου και το σωματικό λίπος σε γονείς και παιδιά. Μια αρνητική συσχέτιση μεταξύ διάρκειας ύπνου και σωματικής δραστηριότητας βρέθηκε στους άρρενες γονείς και στα θηλυκού φύλου τέκνα (P<0,05). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Υπήρξε τάση αναδείξεως της σχέσης μεταξύ μικρής διάρκειας ύπνου και αυξημένου σωματικού βάρους. Τα πορίσματα έρχονται σε αντίθεση με την υπόθεση της θετικής συσχέτισης μεταξύ διάρκειας ύπνου και σωματικής δραστηριότητας. Η μελέτη αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για περαιτέρω έρευνα, με παρακολούθηση περισσότερων ατόμων για κάποιο χρονικό διάστημα και εφαρμόζοντας τη μέθοδο actigraphy με επίκεντρο τους μικρούς σε διάρκεια ύπνους μέσα στην ημέρα.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Ερευνητικό Ινστιτούτο του Rowett, Πανεπιστήμιο του Αμπερντίν, Αμπερντίν, Σκωτία
Λέξεις Κλειδιά: Διάρκεια ύπνου, σωματική δραστηριότητα, λιπώδης μάζα, ΔΜΣ, DEXA, actigraphy.
Αλληλογραφία: Χ. Παπανδρέου, Τομέας Κοινωνικής Ιατρι­κής, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Αγ. Παρασκευής 10, 715 00 Γούβες, Ηράκλειο, Κρήτη, e-mail: papchris10@gmail.com

Ι. Σκόνδρας,(1) Μ. Βερβερίδης,(1) Ο. Αχιλλέως,(1) Ν. Στεφανίδης

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
ΣΚΟΠΟΣ Η περιγραφή των περιστατικών υδρονέφρωσης λόγω στένωσης της πυελοουρητηρικής συμβολής (ΣΠΟΣ), σε βρέφη που υπεβλήθησαν σε πυελοπλαστική κατά Hynes-Anderson (ΗΑ) το χρονικό διάστημα 1997–2007. ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ Τριάντα βρέφη ηλικίας μικρότερης των 6 μηνών που υπεβλήθησαν σε πυελοπλαστική ΗΑ. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Είκοσι (66%) είχαν προγεννητική διάγνωση της νόσου ενώ σε δέκα βρέφη (34%) η διάγνωση τέθηκε μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Η μέση προεγχειρητική νεφρική λειτουργία (ΝΛ) ήταν 41% (20–48%). Είκοσι δύο ασθενείς (73%) είχαν καλή ΝΛ≥40%, 6(20%) είχαν μέτρια ΝΛ 30–40% και 2(7%) είχαν κακή ΝΛ<30%. Εκτός από μια περίπτωση, όλοι οι ασθενείς εκδήλωσαν βελτίωση της νεφρικής λειτουργίας κατά τον μετεγχειρητικό έλεγχο. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Σύμφωνα με την εμπειρία μας, η πυελοπλαστική μπορεί να διενεργηθεί με ασφάλεια στα μικρά βρέφη που παρουσιάζουν επιδείνωση της υδρονέφρωσης με συνοδές μορφολογικές αλλοιώσεις και αποφρακτική καμπύλη ούρων, έστω και αν η νεφρική λειτουργία είναι >40%.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1Β΄ Παιδοχειρουργικό Τμήμα, Νοσοκομείο Παίδων «Π & Α Κυριακού», 2Νεφρολογικό Τμήμα, Νοσο­κο­μείο Παίδων «Π & Α Κυριακού», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Στένωση πυελοουρητηρικής συμβολής, βρέφος, πυελοπλαστική Hynes-Anderson.
Αλληλογραφία: Ι. Σκόνδρας, Ήβης 11, 152 34 Χαλάνδρι, Αθήνα, e-mail: skondras@yahoo.gr

Θ.Α. Πέππας,(1) Α. Στεφανίδης (2)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η συνύπαρξη στη Βιέννη κατά το 19ο αιώνα εξεχουσών ιατρικών προσωπικοτήτων, αλλά και μεγάλων μορφών των Τεχνών, είχε ως αποτέλεσμα να διασταυρωθούν συχνά τα βήματα σπουδαίων επιστημόνων, που σφράγισαν με το όνομά τους την εξέλιξη της ιατρικής, αλλά και ανακαλύψεων, μεθόδων, σημείων και νόσων που ευρίσκονται σε χρήση και σήμερα, με διάσημους καλλιτέχνες που κατέχουν ανάλογη θέση στο δικό τους Πάνθεον.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 1Α΄ Παθολογική Κλινική, 2A΄ Καρδιολογική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας, Πειραιά
Λέξεις Κλειδιά: Ιατρική, μουσική, τέχνη, Βιέννη, 19ος αιώνας.
Αλληλογραφία: Θ.Α. Πέππας, Ι. Χρυσοστόμου 24, 171 22 Ν. Σμύρνη e-mail: theopeppas@yahoo.com

ΤΟΜΟΣ 96 Τεύχος 4 Οκτώβριος 2009

N. Baltayiannis,(1) Chr. Sofoudis,(2) K. Kalogerakos (2)

DESCRIPTION:
Pulmonary embolism is one from the leading causes of death in the World. Most deaths from pulmonary embolism are due to failure to diagnose rather than failure to treat adequately. Two thirds of patients die within 1 hour (the golden hour) of symptom onset. The diagnosis of pulmonary embolism poses a great dilemma to clinicians who has to distinguish patients with this disease and treat them from patients who are suspected of having acute pulmonary embolism but do not have the disease. As the signs and symptoms of pulmonary embolism are non-specific, many patients presenting with respiratory or chest symptoms are further investigated. Several prediction rules are available for the clinical practice but the treatment decisions cannot be taken on the basis of a clinical decision rule alone. The diagnostic strength of D-dimer test in patients with suspected acute pulmonary embolism lies in ruling out this disease. Pulmonary angiography is traditionally regarded as the reference imaging method for pulmonary embolism. But this method is invasive , involves right heart catheterization and injection of contrast media and require considerable expertise. Ventilation –perfusion lung scanning has been the imaging method of choice to replace pulmonary angiography for many years. Computed tomographic pulmonary angiography has become the first line diagnostic method over the previous years. To day the multi –row-detector computed tomographic pulmonary angiography has fulfilled the conditions to replace ventilation –perfusion lung scanning and pulmonary angiography as the reference standard in the diagnosis of acute pulmonary embolism. This review is a short tour from the first symptom to early diagnosis of the pulmonary embolism.

INFORMATION:

Origin Center: 1Department of Thoracic Surgery, 2Breast Unit, “Metaxa” Cancer Hospital of Piraeus, Piraeus, Greece
Keywords: Pulmonary embolism, diagnosis, prediction rules.
Corresponding Author: N. Baltayiannis, 14 Sokratous street, GR-174 55 Alimos, Athens, Greece e-mail: baltayiannisn@yahoo.gr

A. Pefanis

DESCRIPTION:
Severe community-acquired urinary tract infections are common cause of severe morbidity leading to hospitalization. In addition, hospital-acquired urinary tract infections represent the second cause of nosocomial infections. Nowadays, the most severe forms of urinary tract infections are characterized under the term urosepsis. Urosepsis is defined as sepsis caused by infection of the urinary tract and/or male genital organs (e.g. prostate). The aim of the present brief review is to present the contemporary evidence based data regarding severe community-acquired pyelonephritis and hospital-acquired urinary tract infections, namely acute nosocomial pyelonephritis, catheter-associated urinary tract infections and candiduria.

INFORMATION:

Origin Center: Department of Medicine, “Sotiria” General Hospital for Chest Diseases, Athens, Greece
Keywords: Urinary tract infection, hospital-acquired, community acquired, urosepsis, pyelonephritis, candiduria, catheter-associated.
Corresponding Author: A. Pefanis, Department of Medicine, “Sotiria” General Hospital for Chest Diseases, 152 Mesogion Ave., GR-115 27, Athens, Greece e-mail: pefan1@otenet.gr

G.H. Sakorafas, M. Safioleas

DESCRIPTION:
Cervical lymph node metastases are very common in patients with papillary thyroid cancer (PTC). Despite that PTC has good prognosis, lymphatic spread is associated with increased risk of locoregional recurrence, which significantly impairs quality of life and can alter prognosis. Therefore, the identification of lymph node metastases preoperatively is very important for the surgeon to plan the optimal surgical therapy for the individual patient. In most western countries, cervical lymph node dissection (CLND) is performed in the presence of cervical lymphadenopathy (therapeutic CLND). In contrast, in eastern countries (mainly in Japan, where the use of postoperative radio-iodine adjuvant therapy is restricted by law), most surgeons perform prophylactic CLND (i.e., CLND in the absence of cervical lymphadenopathy). CLND is performed on a compartment-oriented basis. Currently, given the very high incidence of cervical lymph node metastases in PTC, there is a clear trend –even in western countries– in favour of central node dissection, even in patients without clinically or ultrasonographically evident node disease. This surgical strategy will prevent disease recurrence, which may require additional and more morbid surgery. Experience is therefore required from the part of the operating surgeon, who should be able to perform safely CLND at the time of initial surgery (thyroidectomy), to minimize surgical morbidity.

INFORMATION:

Origin Center: 4th Department of Surgery, Athens University, Medical School, “Αttikon” Hospital, Athens, Greece
Keywords: Thyroid, cancer, papillary, surgery, ultrasound, metastases, lymph node dissection.
Corresponding Author: G.H. Sakorafas, 19–21 Arkadias street, GR-115 26 Athens, Greece e-mail: georgesakorafas@yahoo.com

P. Tsibouris, V. Kakavetsi, Chr.N. Kalantzis

DESCRIPTION:
H. pylori has been implicated in the pathogenesis of peptic ulcer, gastric cancer and MALT lymphoma. An anti-H. pylori vaccine represents a cost effective solution for all those diseases, especially after the development of resistance to the majority of antibiotics, used in H. pylori treatment. Today no effective vaccine has been developed, because H. pylori develops several mechanisms that permit to overcome both innate and special immune responses, such as microbe’s capability to penetrate lamina propria, NO neutralization by urease or induction of apoptosis of macrophages, dentritic cells or lymphocytes. The main animal model for H. pylori vaccine development is that of Mongolian gerbil, while trials have been undertaken is various animals, with a variety of antigen combinations, a variety of immunοstimulatory adjuvants and delivery systems. The most promising antigen combinations are those of CagA, VacA and NAP bacterial toxins, as well as BabA, BabB and SabA adhesion molecules. Both of them have been evaluated with encouraging results in men, in combination with aluminum oxide, as immunοstimulatory adjuvant, in phase II and I trials, respectively.

INFORMATION:

Origin Center: Gastroenterology Clinic, “NIMTS” General Hospital, Athens, Greece
Keywords: H. pylori, vaccine, prevention, MALT lym­phoma, peptic ulcer, gastric cancer.
Corresponding Author: P. Tsibouris, 29 Biskini street, GR-157 71 Zografou, Athens, Greece e-mail: tsibofam@yahoo.com

D.N. Moris, S.E. Georgopoulos

DESCRIPTION:
The main artery that contributes to brain blood supply is the internal carotid, which arises from the common carotid. There are descriptions of many anatomical variations with reference to the existence, the origin and the position of the internal carotid artery. Its diameter and thickness seem to depend on the gender and on the dominant hemisphere that is related to handedness differentiations. Brain blood supply completes with the circle of Willis. Its variations are related with defects in specific parts of the circle and correlated with higher incidence of strokes. The sinuses of the dural matter contribute to venous drainage of cerebral parenchyma. These sinuses confluence to the torcular Herophili, contributing to its formation. Torcular Herophili presents with many variations, such as aplasia, furcation and ectopic end. Internal jugular vein, which receives the blood from the confluence of sinuses can present with variations and deficiencies that are related to transient neurological symptoms. Their blood flow depends on handedness differentiations, gender, breathing pattern, race and age. Blood flow in torcular Herophili is not directly related to handedness differentiations. On the contrary, the flow in the contributing sinuses seems to be related to handedness differentiations. Anatomical variations are hemisphere dominance-dependent as well as the nature of the symptoms after a stroke. The value of these observations lies into the evaluation of the increased incidence of stroke episodes, which may be established by statistic analysis between the incidence of strokes and handedness differentiations as well as the effectiveness of rehabilitation therapies according to handedness dominance.

INFORMATION:

Origin Center: 1st Surgical Department, National & Kapodistrian University of Athens, School of Medicine, “Laikon’’ General Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Internal carotid, sinuses of the dura matter, circle of Willis, torcular Herophili, anatomical variations, handedness differentiations, cerebrovascular disease.
Corresponding Author: D.N. Moris, 56 Anastasiou Gennadiou street, Gr-114 74 Athens, Greece e-mail: dimmoris@yahoo.com

Κ.G. Yiannopoulou,(1) A. Karavasili,(1) M. Mati,(2) K.S. Toudas,

DESCRIPTION:
ΑΙΜ To investigate whether the prevalence of some neurological entities (dementia, parkinsonism, depression) is greater in elderly patients with hip fracture (HF) in comparison with other surgical patients of the same sex and age. ΜATERIAL-METHODS We investigated all the older than 65 years patients with HF, who were admitted in the orthopedic department of “Laikon” General Hospital during the year 2008. They were examined neurologically and by neuropsychological tests. At the same period of time and under the same methodology, we simultaneously and in the same way examined other surgical patients of the same age and sex, who served as control group. We created 80 pairs of patients and controls, that were comparatively investigated for dementia, parkinsonism and depression RESULTS We found that dementia’s (P=0.002) and parkinsonism’s (P<0.001) prevalence is greater in HF patients than in controls. CONCLUSIONS We suggest that elderly patients with HF should be examined neurologically in order to avoid the negative consequences in the postoperative period and to decrease the probability of a new fracture.

INFORMATION:

Origin Center: 1Neurological Department, 2Special Surgery of De­mentia, “Laiko”, General Hospital of Athens, Athens, 3Department of Business Administratio University of Patras, Patra, 4Nursing Department, Technological Educational Institute of Lamia, Lamia, Greece
Keywords: Hip fracture, dementia, parkinsonism, JEL Classification I19.
Corresponding Author: Hip fracture, dementia, parkinsonism, JEL Classification I19.

Ch. Papandreou

DESCRIPTION:
AΙΜ There is an increasing rate in the prevalence of obesity over the last years burdening sufferers’ health. The study of factors that lead to the excessive accumulation of body fat is of importance for prevention of obesity especially in preschool age. Short sleep duration has been found to be linked to increased fat mass but it needs further investigation. Therefore, the aim of the present study is to identify this relationship plus the mechanism implicated on this in a physical activity level. MATERIAL-METHODS Families (113 parents and 89 children 2–6 years old) from Aberdeen of Scotland participated in this study. The measurements included anthropometric (weight-height), body composition (DEXA), sleep duration (actigraphy), and physical activity (actigraphy-questionnaires). RESULTS No significant association was found between sleep duration and body fat in parents and children. A negative correlation between physical activity and sleep duration was reported in fathers and girls (P<0.05). CONCLUSIONS There was a trend in the relationship between short sleep duration and increased body weight. The findings are in contrast to the hypothesis of a positive association between sleep duration and physical activity. This study would be the base for further research by following more individuals forward in time and applying actigraphy method in focus to naps.

INFORMATION:

Origin Center: Rowett Research Institute, University of Aberdeen, Aberdeen, Scotland
Keywords: Sleep duration, physical activity, fat mass, BMI, DEXA, actigraphy.
Corresponding Author: Ch. Papandreou, Department of Social Me­dicine, University of Crete, 10 St. Paraskevi street, GR-715 00 Gouves, Hrakleio, Greece, e-mail: papchris10@gmail.com

Ι. Skondras,(1) Μ. Ververidis,(1) Ο. Axilleos,(1) Ν. Stefanidis

DESCRIPTION:
ΑΙΜ Τo report our experience with Hynes-Anderson dismembered pyeloplasty in infants with hydronephrosis due to pelvic-ureteric obstruction. PATIENTS AND METHODS Thirty infants younger than 6 months old, who underwent Hynes-Anderson pyeloplasty over a 10-year period. RESULTS Twenty (66%) had prenatal diagnosis while ten (34) were diagnosed after symptoms appeared. Twenty two (73%) of them had renal function above 40% while eight (27%) had renal function below 40%. Except one case, all patients at the follow up demonstrated improving hydronephrosis and renal function. CONCLUSIONS Our experience suggests early pyeloplasty in cases where there is worsening in hydronephrosis with alterations in the renal parenchyma and in obstructive renography even if renal function is not yet impaired (>40%).

INFORMATION:

Origin Center: 12nd Department of Pediatric Surgery, “Aglaia Kyriakou” Children’s Hospital, 2Department of Nephrology, “Aglaia Kyriakou” Children’s Ηospital, Athens, Greece
Keywords: Ureteropelvic junction, οbstruction, infant, Hynes-Anderson, pyeloplasty.
Corresponding Author: I. Skondras, 11 Ivis street, GR-152 34 Halandri, Athens, Greece, e-mail: skondras@yahoo.gr

Th.A. Peppas,(1) A. Stefanidis (2)

DESCRIPTION:
The co-existence in 19th century Vienna of outstanding medical personalities with great names of the Arts, resulted in a frequent crossing of paths between illustrious scientists, who stamped their name in medical evolution, with findings, methods, signs and diseases still bearing their name, and famous artists placed in respective pedestal in their own Pantheon.

INFORMATION:

Origin Center: 11st Department of Medicine, 21st Department of Cardiology, General Hospital of Nikaia, Pireus, Greece
Keywords: Medicine, music, art, Vienna, 19th century.
Corresponding Author: Th.A. Peppas, 24 I. Chrysostomou street, GR-171 22 Nea Smyrni, Athens, Greece e-mail: theopeppas@yahoo.com

ΤΟΜΟΣ 96 Τεύχος 5 Νοέμβριος 2009

Π.Ν. Συγκελλάκης

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Σήμερα, ο πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός (ΥΠΘ), χάρις στη δυνατότητα πρώιμης διάγνωσης (προληπτικός βιοχημικός έλεγχος), αποτελεί συχνή πλέον ενδοκρινοπάθεια, με τα 3/4 πλέον των ασθενών να εμφανίζουν ασυμπτωματική νόσο. Ακόμα, η διαπίστωση παθολογικών μεταλλάξεων ορισμένων γονιδίων ερμηνεύει την εμφάνιση πρωτοπαθούς ΥΠΘ (σποραδικού, οικογενούς, ως μέρος συνδρόμου ΜΕΝ 1, ΜΕΝ 2Α, πρωτοπαθούς ΥΠΘ με όγκο της κάτω γνάθου) στο 60% των ασθενών, καθώς και τη συχνότερη –απ’ ότι εθεωρείτο– εμφάνιση πολλαπλών αδενωμάτων (συχνά ετερόχρονων) και υπερπλασίας (συνήθως μετάχρονης). Θεραπευτικά, στο 55% των ασθενών με πρωτοπαθή ΥΠΘ (25% με συμπτωματική και 30% με ασυμπτωματική νόσο και ένα τουλάχιστον από τα θεσπισθέντα κριτήρια για εγχείρηση), η παραθυρεοειδεκτομή (κλασική ή οι νεότερες ελάχιστα επεμβατικές) αποτελεί τη θεραπεία εκλογής. Όμως, το ενδεχόμενο υποτροπής (εμφάνιση νέου-ων αδενώματος-ων ή υπερπλασίας, συνήθως μετάχρονης) είναι πάντα πιθανό. Για το υπόλοιπο 45% των ασθενών με ασυμπτωματική νόσο που δεν πληροί τις ενδείξεις για παραθυρεοειδεκτομή, καθώς και για εκείνους με συμπτωματική νόσο που δεν είναι δυνατόν να υποβληθούν σε παραθυρεοειδεκτομή, σκόπιμη και αναγκαία, αντίστοιχα, κρίνεται η συντηρητική αντιμετώπιση με τα νεότερα ασβεστιομιμητικά που ελαττώνουν τόσο το ασβέστιο όσο και την παραθορμόνη. Η ανάγκη αυτή συντηρητικής αντιμετώπισης είναι επιτακτική πλέον μετά τις πρόσφατες διαπιστώσεις καρδιαγγειακών επιπλοκών στον βαρύ-ήπιο πρωτοπαθή ΥΠΘ, που φαίνεται πως επεκτείνονται και στους ασθενείς με ασυμπτωματική νόσο. Ασφαλώς οι πρόσφατες αυτές εξελίξεις δημιουργούν πολλά νέα ερωτηματικά και αντιπαραθέσεις που αναμένουν οριστικές απαντήσεις από τους ερευνητές στο άμεσο μέλλον.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός, γονιδιακές μεταλλάξεις, ασβεστιομιμητικά, διφωσφονικά, σύνδρομο ΜΕΝ 1, σύνδρομο ΜΕΝ 2Α, όγκος κάτω γνάθου, οικογενής υποασβεστιουρική υπερασβεστιαιμία, μετάχρονη υπερπλασία, αδενώματα πολλαπλά.
Αλληλογραφία: Π.N. Συγκελλάκης, Γράμμου 2, 172 34 Αθήνα, e-mail:agsavpre@agsavvas-hosp.gr

Σπ. Ντουράκης

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η παρούσα ανασκόπηση αναφέρεται στις σύγχρονες προσεγγίσεις στη θεραπεία των χρονίων ηπατιτίδων Β και C. Στόχος της θεραπείας της χρονίας ηπατίτιδας Β είναι η αναστολή της προόδου της νόσου, που επιτυγχάνεται με την ανοσοτροποποιητικώς δρώσα ιντερφερόνη (κλασική και πεγκυλιωμένη) και τα αντι-ιικώς δρώντα νουκλεοσιδικά (λαμιβουντίνη, τελμπιβουδίνη, εντεκαβίρη) και νουκλεοτιδικά (αδεφοβίρη, τενοφοβίρη) ανάλογα. Η θεραπεία με λαμιβουδίνη συσχετίζεται με εκδήλωση ιικής αντίστασης στο 70% των ασθενών στα 5 χρόνια, με αδεφοβίρη 29% στα 5 χρόνια, με εντεκαβίρη <1% (αλλά σε 57% στα 6 χρόνια σε ασθενείς με προϋπάρχουσα αντίσταση στη λαμιβουδίνη), με τελμπιβουδίνη 22% στα 2 χρόνια, ενώ με τενοφοβίρη δεν εκδηλώνεται ιική αντίσταση στα 3 χρόνια χορήγησής της. Σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β, η χορήγηση ανοσοκατασταλτικής αγωγής μπορεί να προκαλέσει ενεργοποίηση του ιού. Γι’ αυτό, συνιστάται η προφυλακτική αγωγή με νουκλεοσ(τ)ιδικό ανάλογο. Οι ασθενείς με οξεία ηπατίτιδα C θεραπεύονται με 6μηνη αγωγή με ιντερφερόνη με ή χωρίς ριμπαβιρίνη, ασχέτως ιικού γονοτύπου. Στη χρόνια ηπατίτιδα C η θεραπεία με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη είναι αποτελεσματική στο 50% των περιπτώσεων. Η διάρκεια της θεραπείας, η δόση των φαρμάκων και η παρατεινόμενη ιολογική ανταπόκριση (αφορά την ίαση από τη νόσο) εξαρτάται από το γονότυπο (στους γονότυπους 2 και 3 φθάνει το 80%). Νέα φάρμακα μελετώνται για την αντιμετώπιση των ανθεκτικών περιπτώσεων αλλά μάλλον θα συγχορηγηθούν με τα υπάρχοντα.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Β΄ Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική, «Ιππο­κράτειο» ΠΓΝΑ, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Ηπατίτιδα Β, ηπατίτιδα C, λαμιβουδίνη, αδεφοβίρη, εντεκαβίρη, τελμπιβουδίνη, τενοφοβίρη, πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη, ριμπαβιρίνη.
Αλληλογραφία: Σπ. Ντουράκης, Aχαΐας 28, 115 23 Αθήνα e-mail: spdour@med.uoa

Χ. Κανή, Ζ. Παπαδοπούλου-Νταϊφώτη

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
H νόσος Alzheimer (AD) είναι μια χρόνια, βραδεία, εξελικτική, μη αναστρέψιμη, νευροεκφυλιστική νόσος του εγκεφάλου και η συνηθέστερη μορφή της άνοιας, η οποία έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα πιο σημαντικά ιατρικά προβλήματα για τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Η πρόοδος που σημειώθηκε στην κατανόηση της παθογένειας και η κοινωνικό/οικονομική επίδραση της AD οδήγησαν στην προσπάθεια ανάπτυξης καινοτόμων φαρμακευτικών θεραπειών τις τελευταίες δύο δεκαετίες, στοχεύοντας στην πρόληψη ή στην παρεμπόδιση της εξέλιξης της νόσου. Σκοπός της παρούσας ανασκόπησης είναι η παρουσίαση των διαφόρων υπό έρευνα θεραπειών για την AD που βρίσκονται σε κλινικές μελέτες φάσης Ι-ΙΙΙ. Σε αυτές περιλαμβάνονται φάρμακα που έχουν ως στόχο το αμυλοειδές, την ανεπάρκεια νευροδιαβιβαστών, το οξειδωτικό στρες, τη φλεγμονή, τη νευρογένεση, την τροποποίηση της κυτταρικής μεταγωγής σήματος και το σχηματισμό νευροϊνιδιακών δικτύων.Όπως αναμένεται από την πληθώρα των παθοφυσιολογικά (αιτιολογικά) προσανατολισμένων υπό δοκιμή θεραπειών, η ελπίδα να προκύψουν ουσίες που θα μειώνουν το ρυθμό εξέλιξης της νόσου είναι βάσιμη.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Εργαστήριο Φαρμακολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανε­πιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Νόσος Alzheimer, ανασκόπηση, κλινικές μελέτες, αμυλοειδές, νευρομεταβιβαστής, αντιοξειδωτικά, αντιφλεγμονώδη.
Αλληλογραφία: Z. Παπαδοπούλου-Νταϊφώτη, Εργαστήριο Φαρμακολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Μ. Ασίας 75, 115 27 Γουδή, Αθήνα e-mail: zdaifoti@med.uoa.gr

Γ.Χ. Σακοράφας, Μ. Σαφιολέας

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Το μυελοειδές καρκίνωμα θυρεοειδούς (ΜΚΘ) μπορεί να εμφανισθεί είτε σποραδικά είτε σε κληρονομική βάση. Το κληρονομικό ΜΚΘ μπορεί να παρατηρηθεί είτε στα πλαίσια συνδρόμου πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας (ΜΕΝ, 2 Α και 2Β) είτε στα πλαίσια οικογενούς ΜΚΘ. Παρά τη σπανιότητα των συνδρόμων αυτών, η έγκαιρη διάγνωσή τους είναι ιδιαίτερα σημαντική, δεδομένου ότι το ΜΚΘ είναι μία θανατηφόρα πάθηση αν δεν αντιμετωπισθεί έγκαιρα και ριζικά. Οι πρόοδοι της μοριακής βιολογίας την τελευταία δεκαπενταετία έχουν καταστήσει εφικτή την αναγνώριση των ασυμπτωματικών ασθενών-φορέων ειδικών μεταλλάξεων του RET γονιδίου. Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προφυλακτικής χειρουργικής (θυρεοειδεκτομής) προκειμένου να προληφθεί η ανάπτυξη ΜΚΘ. Με βάση το είδος των ειδικών μεταλλάξεων είναι σήμερα δυνατή η επιλογή τόσο των ασυμπτωματικών ασθενών-φορέων που θα υποβληθούν σε προφυλακτική θυρεοειδεκτομή όσο και του ιδανικού χρόνου για την εκτέλεση της επέμβασης. Το ΜΚΘ αποτελεί ένα μοντέλο καρκίνου με ισχυρή γενετική βάση στον οποίο η ανίχνευση ειδικών μεταλλάξεων έχει τόσο δια­γνωστική όσο και θεραπευτική αξία.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 4η Χειρουργική Κλινική, Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΠΓΝΑ «Αττικόν», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Θυρεοειδής, καρκίνωμα, μυελοειδές, χειρουργική, γενετική βάση, προφυλακτική χειρουργική.
Αλληλογραφία: Γ.Χ. Σακοράφας, Αρκαδίας 19–21, 115 26 Αθήνα e-mail: georgesakorafas@yahoo.com

Β.Σ. Βελονάκη,(1) Β. Ρόκα-Σκαφιδάκη,(2) Π. Σουρτζή,(1) Α. Καλοκ

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
ΣκοπΟς Το ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα “healthPROelderly” έχει ως σκοπό την προαγωγή υγείας των ηλικιωμένων, μέσω της δημιουργίας κατευθυντήριων οδηγιών με συστάσεις για ενδεχόμενες δράσεις σε αυτόν τον τομέα σε ευρωπαϊκό, εθνικό και τοπικό επίπεδο. ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΣ Για τη σύνταξη των κατευθυντήριων οδηγιών έγινε ανασκόπηση της βιβλιογραφίας που αφορά στην προαγωγή υγείας των ηλικιω­μένων και αξιολόγηση των εφαρμοσμένων μοντέλων προαγωγής υγείας βάσει κριτηρίων, κοινών για όλες τις χώρες. Για τον εντοπισμό των χαρακτηριστικών που κάνουν τα προγράμματα προαγωγής υγείας των ηλικιωμένων ατόμων επιτυχή και βιώσιμα, χρησιμοποιήθηκαν 4 εργαλεία: ημι-δομημένες συνεντεύξεις, ανάλυση του έντυπου υλικού, SWOT ανάλυση και ανάλυση κόστους-οφέλους. ΑποτελΕσματα Ο αριθμός των βιβλιογραφικών καταγραφών στην ελληνική βάση δεδομένων ανήλθε στις 144. Tα κριτήρια ένταξης πληρούσαν 8 ελληνικά προγράμματα προαγωγής υγείας ηλικιω­μένων. Από αυτά επιλέχθηκαν 3 ως τα ελληνικά προγράμματα προαγωγής υγείας των ηλικιωμένων βέλτιστης πρακτικής. Τα χαρακτηριστικά αυτών των προγραμμάτων, καθώς και των προγραμμάτων των άλλων συμμετεχόντων χωρών που επελέγησαν με την ίδια μεθοδολογία, αποτέλεσαν γνώμονα για τη σύνταξη 16 κατευθυντήριων οδηγιών. ΣυμπερΑσματα Οι οδηγίες που παρήχθησαν είναι βασισμένες σε ενδείξεις από την πρακτική και μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμο εργαλείο για τους δημιουργούς προγραμμάτων, τους επαγγελματίες που τα υλοποιούν, τους ίδιους τους ηλικιωμένους και άλλους εμπλεκόμενους ειδικούς, σε όλη την Ευρώπη.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: (1) Εργαστήριο Κοινοτικής Νοσηλευτικής, Τμήμα Νοση­λευτικής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, (2) Σχολή Αξιωματικών Νοσηλευτικής, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Προαγωγή υγείας, ηλικιωμένοι, κατευθυντήριες οδηγίες, αξιολόγηση, προγράμματα προαγωγής υγείας.
Αλληλογραφία: Β.Σ. Βελονάκη, Στουρνάρη 32, 104 33, Αθήνα e-mail: venetia_vel@yahoo.gr

Β. Καρτσούνη, Στ. Μανουβέλου, Σ. Απέργης, Μ. Γκέλη

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Περιγράφονται τα υπερηχογραφικά ευρήματα σε ασθενή με ταχέως αυξανόμενη μάζα του θυρεοειδή, ο οποίος υποβλήθηκε σε κατευθυνόμενη υπερηχογραφικά βιοψία με λεπτή βελόνα, και διαγνώσθηκε πρωτοπαθές λέμφωμα του αδένα. Αποτελεί σπάνια περίπτωση νεοπλάσματος και με απεικονιστικά ευρήματα κρινόμενα μερικές φορές χαρακτηριστικά και άλλοτε μη ειδικά. Παρόλα αυτά είναι σημαντικό να συμπεριλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση σε περίπτωση ταχείας διόγκωσης του θυρεοειδή αδένα, εξαιτίας της ιδιαίτερης κλινικοεργαστηριακής προσέγγισης και της συντηρητικής θεραπείας του.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Α´ Ακτινοδιαγνωστικό Τμήμα, Μονάδα Υπερηχο­τομογραφίας ΑΟΝΑ, «Ο Άγιος Σάββας», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Θυρεοειδής, πρωτοπαθές λέμφωμα, κατευθυνόμενη υπερηχογραφικά βιοψία με λεπτή βελόνη, υπερηχοτομογραφία.
Αλληλογραφία: Στ. Μανουβέλου, Μυκάλης 8, 187 55 Κερατσίνι, Πειραιάς e-mail: smanouvelou@yahoo.gr

ΤΟΜΟΣ 96 Τεύχος 5 Νοέμβριος 2009

P.N. Singhellakis

DESCRIPTION:
Nowadays, primary hyperparathyroidism (HPT) is a common endocrinopathy, most of the patients (75%) being asymptomatic. Furthermore, gene mutations were recognized as the cause of primary HPT (sporadic, familial, part of MEN 1 or MEN 2A or HPT+jaw tumor syndrome) in about 60% of the cases. These gene mutations may also explain the frequent occurrence of multiple adenomas and hyperplasia (usually metachronous) that have been confirmed recently in contrast to the previous impression. Parathyroidectomy (classical or the new minimally invasive techniques) is considered to be the treatment of choice for about 55% of all patients with primary HPT (25% with symptomatic disease and 30% with asymptomatic disease with one at least of the approved criteria for operation). Successful parathyroidectomy does not exclude a later relapse from the development of a new adenoma or metachronous hyperplasia, initially misdiagnosed as single adenoma. The rest 45% of the primary HPT patients presented with asymptomatic disease which does not meet the surgical guidelines, as well as some patients with symptomatic disease who cannot be operated, should be treated medically, to avoid or minimize the cardiovascular complications recently observed even in asymptomatic disease. Calcimimetics (Cinacalcet), the only group of drugs which reduces not only calcium but also parathyroid hormone, seems to be useful. All these new findings have raised new questions and debates which expect definite answers in the near future from the ongoing studies.

INFORMATION:

Origin Center: University of Athens, Medical School of Athens, Athens, Greece
Keywords: Primary hyperparathyroidism, gene mutations, calcimimetics, bisphosphonates, MEN 1, MEN 2A, jaw syndrome, familial hypocalciuric hypercalcemia (FHH), metachronous hyperplasia, multiple adenoma.
Corresponding Author: P.N. Singhellakis, 2 Grammou str., GR- 172 34 Athens, Greece, e-mail:agsavpre@agsavvas-hosp.gr

Sp. Dourakis

DESCRIPTION:
The present article reviews the current approaches to optimizing the treatment of chronic hepatitis B and C. The goal of therapy in individuals infected with hepatitis B is to prevent liver disease progression. This is achieved by suppression of HBV DNA replication, either directly by nucleoside (lamivudine, telbivudine, entecavir) and noucleotide analogues (adefovir and tenofovir) or indirectly by altering the immune response to the virus by the immune response modifiers Pegylated Interferons (PEG–IFN). Lamivudine is associated with the development of viral resistance in up to 70% within 5 years, adefovir dipivoxil in 29% after 5 years, entecavir in <1% in naive patients for up to 4 years (instead of 57% in 6 years in lamivudine-resistant patients), telbivudine in 22% after 2 years of therapy. Tenofovir resistance has not yet been described after 3 years of therapy. Hepatitis B carriers requiring immunosuppressive therapy can develop flares of hepatitis which can be prevented by pre-treatment with nucleos(t)ide analogues. The patient with acute hepatitis C should be treated with a course of Interferon +/- Ribavirin for six months, regardless of genotype. The overall antiviral efficacy of the current standard of care of chronic hepatitis C, namely PEG–IFN alpha plus ribavirin (RBV) is only about 50% in those who are suitable for treatment. However, there is a marked difference in efficacy according to specific genotype. In individuals infected with genotypes 2 or 3, viral eradication can be achieved in 80%. New drugs are being developed for the treatment of chronic hepatitis C but will probably be used in combination with the current standard therapy.

INFORMATION:

Origin Center: 2nd Department of Medicine, Medical School, Athens University, “Hippokration” General Hospital, Athens, Greece
Keywords: Hepatitis B, hepatitis C, lamivudine, adefovir, entecavir, telbivudine, tenofovir, pegylated interferon, ribavirin.
Corresponding Author: Sp. Dourakis, 28 Achaias street, GR-115 23 Athens, Greece, e-mail: spdour@med.uoa

Ch. Kani, Z. Papadopoulou-Daifoti

DESCRIPTION:
Alzheimer’s disease (AD) is a chronic, long term, evolutionary, irreversible neurodegenerative brain disease and the commonest form of dementia, which has been recognized as one of the most important medical problems in the elderly. Advances in knowledge of the pathogenesis and an increase in the socio/ economic impact of AD have prompted investigation into innovative pharmaceutical treatments over the last two decades targeting to prevention or blockade of disease progression. The aim of this review is to present the various investigational treatments for AD that are being studied in phase I to phase III trials. These include those targeted towards the amyloid, neurotransmitters deficiency, oxidative stress, in­flammation, nerve growth, modification of signal path­ways and neurofibrillary tangles formation. As it is expected from the numerous pathophysiologically (causally) oriented experimental treatments, there is reasonable hope that new substances slowing the progression rate of the disease will emerge.

INFORMATION:

Origin Center: Department of Pharmacology, Medical School, Uni­versity of Athens, Athens, Greece
Keywords: Alzheimer’s disease, review, clinical trials, amyloid, neurotransmitter, antioxidants, antiinflammatory drugs.
Corresponding Author: Z. Papadopoulou-Daifoti, Department of Pharmacology, Medical School, University of Athens, 75 M. Asias street, GR-115 27 Goudi, Athens, Greece e-mail: zdaifoti@med.uoa.gr

G.H. Sakorafas, M. Safioleas

DESCRIPTION:
Medullary thyroid cancer (MTC) may occur either sporadically or on a hereditary basis. Hereditary MTC may be observed with either multiple endocrine neoplasia syndromes (MEN 2A and MEN 2B) or as familial MTC (FMTC). Despite the rarity of these syndromes, early diagnosis is especially important, since MTC is a lethal disease if not promptly and appropriately treated. Recently, the development of genetic testing and direct DNA analysis allows the identification of asymptomatic patients. Surgical prophylaxis should be considered in these cases, ideally to prevent the development of MTC. During the recent decade, the concept of “codon-directed” timing of prophylactic surgery emerged as a reasonable strategy in the management of these patients. Currently, genetic analysis offers the possibility to define genotype-phenotype correlations and to adjust the time of prophylactic surgery. Hereditary MTC is a model of genetically determined cancer in which both diagnostic and therapeutic strategies rely on the identification of specific mutations.

INFORMATION:

Origin Center: 4th Department of Surgery, University of Athens, “Attikon” University General Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Thyroid, cancer, medullary, surgery, genetic basis, prophylactic surgery.
Corresponding Author: G.H. Sakorafas, 19–21 Arkadias street, GR-115 26 Athens, Greece e-mail: georgesakorafas@yahoo.com

V.S. Velonaki,(1) V. Roka-Skafidaki,(2) P. Sourtzi,(1) A. Kalo

DESCRIPTION:
ject which aimed at enhancing the quality of health promotion for older people through developing guidelines to develop and foster best practice mo­dels in the field, at European, national and regional level. MATERIAL – METHODs In order to develop the guidelines, a search of the literature on health promotion for older people was carried out. The collected health promotion projects have been categorized by common for all countries criteria. In order to identify the main features which make health promotion models successful and sustainable, four evaluation tools have been used: semi-standardised interviews, document analysis, SWOT-analysis and cost-benefit analysis. Results In Greece, 144 literature findings were collected. Eight greek projects of health promotion for older people fulfilled the eligibility criteria. Three of these projects were chosen as the greek models of best practice and were evaluated in depth. Based on the results of the evaluation of the models of best practice of all the partner countries, 16 guidelines were developed. Conclusions The evidence-based guidelines can be used by policy makers, practitioners, old people themselves and other relevant stakeholders, across Europe.

INFORMATION:

Origin Center: (1) Laboratory of Community Health Nursing, Faculty of Nursing, National and Kapodistrian University of Athens, Greece, (2) Military Nursing Academy, Athens, Greece
Keywords: Health promotion, elderly, evidence-based, guidelines, evaluation, health promotion programs.
Corresponding Author: V.S. Velonaki, 32 Stournari street, GR-104 33 Athens, Greece e-mail: venetia_vel@yahoo.gr

V. Kartsouni, St. Manouvelou, S. Apergis, M. Gkeli

DESCRIPTION:
Τhe ultrasound imaging findings in a patient with a rapidly growing thyroid mass are being described. The patient underwent ultrasound-guided biopsy, where a primary thyroid lymphoma was diagnosed. Primary Thyroid Lymphoma represents a rare case of thyroid neoplasm, with ultrasound findings that are not always considered specific. Regardless, it is always important to consider the diagnosis of a thyroid lymphoma, if a rapidly growing thyroid mass is present, because of its distinctive clinical management and conservative treatment.

INFORMATION:

Origin Center: 1st Department of Radiology, Ultrasonography Unit “St. Savvas” Anticancer Oncological Hospital, Athens, Greece
Keywords: Τhyroid, primary lymphoma, ultrasound guided fine needle biopsy, sonography, FNA.
Corresponding Author: St. Manouvelou, 8 Mikalis street, GR-187 55 Keratsini, Piraeus, Greece e-mail: smanouvelou@yahoo.gr

ΤΟΜΟΣ 96 Τεύχος 6 Δεκέμβριος 2009

Ι. Παπαϊωάννου

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Το Σύνδρομο της aποφρακτικής άπνοιας κατά τον ύπνο (ΣΑΥ) είναι μια διαταραχή της αναπνοής κατά τον ύπνο και ορίζεται από τον αριθμό απνοιών/υποπνοιών ανά ώρα ύπνου και την παρουσία συμπτωμάτων όπως η ημερήσια υπνηλία. Η επίπτωση του ΣΑΥ στο γενικό πληθυσμό είναι 2% στις γυναίκες και 4% στους άνδρες, σύμφωνα με μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες. Η χαρακτηριστική παθοφυσιολογική διαταραχή του ΣΑΥ είναι ο κύκλος άπνοια-υποξυγοναιμία-αφύπνιση, που επαναλαμβάνεται κατά τον ύπνο και δια­ταράσσει τη συνέχειά του, με σοβαρές συνέπειες για την υγεία μας. Είναι γνωστό ότι η διαλείπουσα υποξυγοναιμία και οι συχνές αφυπνίσεις έχουν ως συνέπεια την αυξημένη ημερήσια υπνηλία, ενώ έχει αποδειχθεί ότι το ΣΑΥ είναι αιτιολογικός παράγων για την ανάπτυξη της αρτηριακής υπέρτασης. Αντιθέτως, ενώ υπάρχει συσχέτιση του ΣΑΥ με άλλα καρδιαγγειακά νοσήματα όπως η στεφανιαία νόσος, τα αγγειακά εγκεφαλικά αλλά και ο σακχαρώδης διαβήτης, δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν αιτιολογική σχέση. Η εφαρμογή συνεχόμενης θετικής πίεσης στους ανώτερους αεραγωγούς με το CPAP εξαλείφει πλήρως και αποτελεσματικά τις άπνοιες και τις υπόπνοιες.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Πανεπιστημιακή Πνευμονολογική Κλινική, “Sleep & Ventilation Unit”, Royal Brompton Hospital, National Heart & Lung Institute, Λονδίνο, Κέντρο Διαταραχών Ύπνου, Γενική Κλινική, Νοσοκομείο «Μητέρα», Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Σύνδρομο αποφρακτικής άπνοιας κατά τον ύπνο (ΣΑΥ), Continuous positive airway pressure (CPAP)
Αλληλογραφία: I. Παπαϊωάννου, Δ. Σούτσου 41, Πλ. Μαβί­λη, 115 21 Αθήνα e-mail: j_papaioanou@hotmail.com

Μ. Σταματάκος, Β. Τζανετάκου

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η λοίμωξη από τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) είναι η πιο συχνή σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη και ανιχνεύεται στο 99,7% των περιπτώσεων του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας, ο οποίος αποτελεί τη δεύτερη πιο συχνή αιτία θανάτου από καρκίνο στις γυναίκες. Μετά από λοίμωξη με HPV, μπορεί να επέλθει κάθαρση, όπως συμβαίνει στο 90% όπου ο ιός δεν ανιχνεύεται μετά από 2 έτη, ή να επιμείνει και να εξελιχθεί σε προκαρκινική βλάβη. Η προκαρκινική βλάβη με τη σειρά της μπορεί να υποχωρήσει ή να εξελιχθεί σε καρκίνο του τραχήλου. Έτσι, η HPV λοίμωξη αποτελεί αναγκαία αλλά όχι ικανή αιτία του καρκίνου του τραχήλου. Ο προφυλακτικός εμβολιασμός αναμένεται να μειώσει την επίπτωση της HPV λοίμωξης και του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: 4η Χειρουργική Κλινική, Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Αττικόν» Νοσοκομείο, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: HPV, προκαρκινική βλάβη, τράχηλος μήτρας, λοίμωξη.
Αλληλογραφία: Μ. Σταματάκος, Αιγύπτου 153, Άνω Γλυφάδα 165 62, Αθήνα e-mail: stamatakosmih@yahoo.gr

Α. Γιατρομανωλάκη, Ε. Σιβρίδης

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η αυτοφαγία αποτελεί μηχανισμό κυτταρικής αυτο-αποδόμησης, μέσω του οποίου τα κύτταρα, ανακυκλώνοντας τα κυτταροπλασματικά τους συστατικά, αντλούν ενέργεια –πρωτεΐνες και αδενοσινοτριφωσφορικό οξύ (ATP)– ενώ αποβάλλουν πλεονάζοντα ή ελαττωματικά οργανύλλια. Τα φυσιολογικά κύτταρα χρησιμοποιούν την αυτοφαγία ως ένα μηχανισμό προσαρμογής στα διάφορα stress, κυρίως στη στέρηση οξυγόνου και θρεπτικών ουσιών, ενώ η αποδόμηση αλλοιωμένων/μεταλλαχθέντων μιτοχονδρίων συμβάλλει στη διατήρηση της ακεραιότητας του γονιδιώματος. Μορφολογικά, τα στοιχειώδη γνωρίσματα της αυτοφαγίας είναι οι «μεμβράνες απομόνωσης» –ημισεληνοειδούς σχήματος μονήρεις μεμβράνες με ικανότητα παγίδευσης κυτταροπλασματικών συστατικών– και τα «αυτοφαγοσώματα»/«αυτολυσοσώματα»– κυστίδια περιβαλλόμενα από διπλή μεμβράνη με ικανότητα κατακράτησης και επεξεργασίας του κυτταροπλασματικού φορτίου. Τα νεοπλασματικά κύτταρα, επωφελούμενα της δυνατότητας ανακύκλωσης κυτταροπλασματικών συστατικών, επιβιώνουν και αυτά δυσμενών μικρο-περιβαλλοντικών συνθηκών, αν και υπέρμετρη ενεργοποίηση της αυτοφαγίας μπορεί να οδηγήσει σε ατελή αποδόμηση/συσσώρευση αλλοιωμένου κυτταρικού φορτίου και μαζική καταστροφή, αντί επιβίωσης, των νεοπλασματικών κυττάρων. Το φαινόμενο της αυτοφαγίας διερευνάται, με τη βοήθεια της ηλεκτρονικής μικροσκοπίας κυρίως, αν και προσφάτως η ανίχνευσή της κατέστη εφικτή με συνήθεις ανοσοϊστοχημικές τεχνικές, χάρις στην παρασκευή πολυκλωνικών και μονοκλωνικών αντισωμάτων έναντι ειδικών πρωτεϊνών σχετιζομένων με την αυτοφαγία (autophagy-related proteins ή Atg).

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Εργαστήριο Παθολογικής Ανατομικής, Ιατρική Σχο­λή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ΠΓΝ Αλεξανδρούπο­λης, Αλεξανδρούπολη
Λέξεις Κλειδιά: Αυτοφαγία, LC3A, Beclin I, ανοσοϊστοχημεία, απλή μικροσκόπηση.
Αλληλογραφία: Α. Γιατρομανωλάκη, ΠΓΝ Αλεξανδρού­πολης, Αλεξανδρούπολη e-mail: agiatrom@med.duth.gr

Π. Παπαγιώργης,(1) Σ. Τσελένη,(2) Ν. Νικητέας (3)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Με δεδομένη την υψηλή συχνότητα και θνητότητα του καρκίνου του παχέος εντέρου στις Δυτικές χώρες, η ανάγκη καθορισμού αξιόπιστων προγνωστικών δεικτών έχει οδηγήσει σε εκτεταμένες μελέτες πληθώρας παραμέτρων. Κλινικοπαθολογικοί, ιστολογικοί, περιεγχειρητικοί και αμιγώς κλινικοί παράγοντες έχουν προταθεί, ενώ τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον έχει στραφεί στους μοριακούς (γενετικούς) παράγοντες. Οι τελευταίοι περιλαμβάνουν ένα ευρύτατο φάσμα δεικτών, όπως τους σχετιζόμενους με τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό, την απόπτωση, τα ογκογονίδια και τα κατασταλτικά γονίδια, τη μικροδορυφορική αστάθεια του DNA, το καθεστώς πλοειδικότητος του όγκου κ.ά. Με εξαίρεση το καρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο (CEA), που έχει καθιερωθεί σαν δείκτης μετεγχειρητικής παρακολούθησης και ανταπόκρισης στη χημειοθεραπεία, κανένας άλλος μοριακός παράγοντας δεν προσφέρεται μέχρι στιγμής για κλινική αξιοποίηση. Επίσης, η προγνωστική σημασία της εντόπισης του πρωτοπαθούς όγκου (ιδιαίτερα μεταξύ δεξιού και αριστερού τμήματος) δεν έχει ακόμη σαφώς καθοριστεί, αν και οι δυο κατηγορίες διαφέρουν σε μια σειρά κλινικών, ιστολογικών και γενετικών χαρακτηριστικών που πιθανότατα συσχετίζονται με την έκβαση. Συμπερασματικά, το στάδιο της νόσου με τις επιμέρους συνιστώσες του (τοιχωματική επέκταση, διήθηση λεμφαδένων, μεταστάσεις) εξακολουθούν να καθορίζουν την έκβαση της νόσου και την ακολουθούμενη θεραπευτική στρατηγική στην παρούσα φάση, αν και διαφαίνονται προοπτικές κλινικών εφαρμογών και για άλλες παραμέτρους.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: (1)Χειρουργικό Τμήμα, Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, (2) Παθο­λογοανατομικό Εργαστήριο, Ιατρική Σχολή Αθηνών, (3) Β΄ Χειρουργική Προπαιδευτική Κλινική, «Λαϊκό» Νοσοκομείο Αθηνών, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Προγνωστικοί παράγοντες, παχύ έντερο, στάδιο νόσου, βαθμός διαφοροποίησης, εντόπιση όγκου, μοριακοί δείκτες
Αλληλογραφία: Π. Παπαγιώργης, Νεοσοίκων 35, 185 36 Πειραιάς, e-mail: entos_1@yahoo.gr

Π. Τσιμπούρης, Χρ.Ν. Καλαντζής

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού αποτελεί τον κυριότερο αιτιολογικό παράγοντα των περισσότερων γαστροδωδεκαδακτυλικών νοσημάτων. Η πιστή εφαρμογή των ενδείξεων θεραπείας μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξη αντοχής του βακτηρίου στα αντιβιοτικά, η οποία στην Ελλάδα το 2004 ήταν 21% στην κλαριθρομυκίνη, 32% στη μετρονιδαζόλη και 3% στη λεβοφλοξασίνη. Η αντοχή στα αντιβιοτικά σχετίζεται με σημειακές μεταλλάξεις στο γονιδίωμα του βακτηρίου, πλην της αντοχής στη μετρονιδαζόλη, που αποδίδεται σε διαταραχές στην παραγωγή της NADPH νιτρορεδουκτάσης. Για το λόγo αυτό μπορούν να μελετηθούν ευχερώς με τη βοήθεια μοριακών τεχνικών. Οι μοριακές τεχνικές πλεονεκτούν της καλλιέργειας στο ότι δεν απαιτούν μεγάλη προσοχή στη λήψη και μεταφορά των δειγμάτων, στο ότι δεν απαιτούν τόσο μεγάλη εξειδίκευση και μπορούν να δώσουν αξιόπιστο αποτέλεσμα σε 24 ώρες από τη λήψη του δείγματος, όταν η καλλιέργεια χρειάζεται 10–14 ημέρες. Οι κυριότερες μοριακές τεχνικές είναι αυτές που βασίζονται στην PCR με ανάλυση του γονιδιώματος, χρήση περιοριστικών ενζύμων ή ολιγονουκλεοτιδικών προτύπων και αυτές που βασίζονται στον in situ υβριδισμό. Κάποιες από αυτές μάλιστα είναι αυτοματοποιημένες και δεν απαιτούν μεγάλη τεχνική εξειδίκευση ή υψηλό κόστος, όπως η DPO bases multiplex PCR ή η GenoType?HelicoDR.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: Γαστρεντερολογική Κλινική, NIMTΣ Αθηνών, Αθήνα
Λέξεις Κλειδιά: Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, αντοχή στα αντιβιοτικά, μετρονιδαζόλη, κλαριθρομυκίνη, λεβοφλοξασίνη, μοριακές μέθοδοι ανίχνευσης.
Αλληλογραφία: Π. Τσιμπούρης, Μπισκίνη 29, 157 71 Ζωγράφου, Aθήνα e-mail: tsibofam@yahoo.com

Ε. Δημακάκος,(1) Ι. Καλεμικεράκης,(2) Κ. Κατσένης,(1) Ε. Κοσμά,

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
ΣΚΟΠΟΣ Τα φλεβικά έλκη των κάτω άκρων χαρακτηρίζονται από καθυστερημένη επούλωση και συχνά εμφανίζουν λοιμώξεις. Με την παρούσα μελέτη διερευνάται η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του αφρώδους επιθέματος με άργυρο έναντι της χρήσης αφρώδους επιθέματος χωρίς άργυρο για την προαγωγή της επούλωσης σε ρυπαρά φλεβικά έλκη ή έλκη με λοίμωξη. ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΣ Μελετήθηκαν για εννέα εβδομάδες 42 ασθενείς με ρυπαρά φλεβικά έλκη και έλκη με κλινική εικόνα λοίμωξης, οι οποίοι ταξινομήθηκαν τυχαία σε δύο ομάδες. Συγκρίθηκε η επούλωση των ελκών, η ένταση του πόνου και οι ανεπιθύμητες ενέργειες, και των δύο υλικών, στη διάρκεια της θεραπείας. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Η ομάδα Α είχε σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό επούλωσης (p=0,02) έναντι της ομάδας Β. Η ένταση του πόνου μειώθηκε σημαντικά στους ασθενείς της ομάδας Α έναντι της ομάδας Β κατά τη διάρκεια της μελέτης. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Φαίνεται ότι η χρήση αφρώδους επιθέματος αργύρου έχει πλεονεκτήματα έναντι της χρήσης απλού επιθέματος αφρώδους πολυουρεθάνης στη φροντίδα ρυπαρών ή/και με λοίμωξη ελκών, φλεβικής αιτιολογίας.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: (1) Αγγειολογική-Αγγειοχειρουργική Μονάδα, Β΄ Χει­ρουρ­γική Κλινική, Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Αρε­ταίειο» Νοσοκομείο, Αθήνα, (2) Τμήμα Εφαρμογών, Νοσηλευ­τική Β΄, ΤΕΙ Αθήνας, Αθήνα, (30 Β΄ Χειρουργική Κλινική, ΕΑΝΠ «Μεταξά», Πειραιάς
Λέξεις Κλειδιά: Ρυπαρά φλεβικά έλκη κάτω άκρων, αφρώδες επίθεμα αργύρου, αφρώδες επίθεμα.
Αλληλογραφία: Ε. Δημακάκος, Αισώπου 10, 151 22 Μα­ρού­σι, Αθήνα e-mail: edimakakos@yahoo.gr

Ι. Κώστογλου-Αθανασίου,(1) Π. Αθανασίου,(2) Γ. Κλάγκος,(1) Α. Χρ

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Η ανδρική οστεοπόρωση αναγνωρίζεται σήμερα σαν μια συχνή κατάσταση που συχνά διαφεύγει της διάγνωσης, λόγω του ότι η οστεοπόρωση θεωρείται γυναικεία νόσος. Περιγράφεται η περίπτωση άνδρα που είχε λάβει στο παρελθόν θεραπεία με αντικαταθλιπτικά φάρμακα για την αντιμετώπιση διπολικής διαταραχής, με θειαζολιδινεδιόνες για τη ρύθμιση σακχαρώδους διαβήτου τύπου 2 και με αντιεπιληπτικά φάρμακα για τη σταθεροποίηση του συναισθήματος στη διπολική διαταραχή και προσήλθε στο νοσοκομείο με αυτόματα κατάγματα. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε βαριά ανεπάρκεια της βιταμίνης D. Η οστική μάζα ήταν πολύ ελαττωμένη. Χορηγήθηκε βιταμίνη D για την αναπλήρωση της έλλειψης και κατόπιν βιταμίνη D, ασβέστιο και παραθορμόνη για την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης. Η περίπτωση του ασθενούς που περιγράφεται αποτελεί ένδειξη της επίδρασης που μπορεί να έχει η χορήγηση πολλών φαρμάκων στον οστικό μεταβολισμό και υποδεικνύει ότι ίσως όλοι οι ασθενείς με κατάθλιψη και χρόνια χορήγηση φαρμάκων θα πρέπει να ελέγχονται για την τυχόν ύπαρξη οστεοπόρωσης και να αντιμετωπίζονται ανάλογα, προληπτικά και θεραπευτικά.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Κέντρο Προέλευσης: (1)Ενδοκρινολογικό Τμήμα, ΓΝΑ «Κοργιαλένειο-Μπε­νά­κειο» ΕΕΣ, Αθήνα, (2)Ρευματολογική Κλινική, ΓΝ Θεσσαλονίκης «Άγιος Παύλος», Θεσσαλονίκη
Λέξεις Κλειδιά: Οστεοπόρωση, ανδρική οστεοπόρωση, βιταμίνη D, ανεπάρκεια βιταμίνης D, θειαζολιδινεδιόνες, αντικαταθλιπτικά φάρμακα, αντιεπιληπτικά.
Αλληλογραφία: Ι. Κώστογλου-Αθανασίου, Κορινθίας 7, 115 26 Αθήνα e-mail: ikostoglouathanassiou@yahoo.gr

ΤΟΜΟΣ 96 Τεύχος 6 Δεκέμβριος 2009

I. Papaioannou

DESCRIPTION:
The obstructive sleep apnoea syndrome (OSAS) is a sleep breathing disorder defined from the number of apnoeas and hypopnoeas per hour of sleep and the presence of symptoms such as excessive daytime sleepiness. The prevalence of OSAS in the general population is 2% and 4% for the female and male population respectively as demonstrated by several epidemiological studies. The characteristic pathophysiological mechanism in OSAS is the repeated cycle apnoea/hypopnoea-intermittent hypoxia-arousal that disturbs the sleep architecture and is associated with adverse health outcomes. It is well known that intermittent hypoxia and sleep fragmentation are associated with excessive daytime sleepiness and there is evidence that OSAS is a cause for arterial hypertension. However, although current data show that there is an association between OSAS and cardiovascular diseases or glucose metabolism disorders there is no evidence to support a causal relationship. The application of continuous positive pressure with CPAP at the upper airway abolishes with great efficacy the apnoeas and hypopnoeas.

INFORMATION:

Origin Center: “Sleep & Ventilation Unit”, Royal Brompton Hospital, National Heart & Lung Institute, London, UK, Sleep Disorder Centre, General Clinic, “Mitera” Hospital, Athens, Greece
Keywords: Obstructive sleep apnoea syndrome (OSAS), Continuous Positive Airway Pressure (CPAP)
Corresponding Author: Ι. Papaioannou, 41 D. Soutsou street, Mavili sq, GR-115 21 Athens, Greece e-mail: j_papaioanou@hotmail.com

Μ. Stamatakos, Β. Tzanetakou

DESCRIPTION:
HPV infection is the most frequent sexually transmitted disease and it is diagnosed in 99.7% of cases of cervix cancer, which represents the second cause of death in females. Approximately, 90% of the patients experience total regression, in which histological evidence of the virus does not exist, or it may remain in hibernation and lead to cervical dysplasia. Consequently, HPV infection is not a sine qua non cause of cervical cancer. Preventive vaccination is expected to reduce HPV infection and cervical cancer incidence.

INFORMATION:

Origin Center: 4th Department of Surgery, Medical School, University of Athens, “Attikon” Hospital, Athens, Greece
Keywords: HPV, dysplasia, cervix, infection.
Corresponding Author: Μ. Stamatakos, 153 Aigyptou street, Ano Glyfada, GR-165 62 Athens, Greece e-mail: stamatakosmih@yahoo.gr

A. Giatromanolaki, E. Sivridis

DESCRIPTION:
Autophagy is a self-degradation mechanism through which cells, by recycling their own cytoplasmic constituents, produce energy –proteins and adenosine triphosphate (ATP)– and dispose of excess or defective organelles. Normal cells use autophagy as an adaptation mechanism to various stresses, mainly starvation and oxygen deprivation, while degradation of damaged/altered mitochondria contributes to maintain the integrity of the genome. Morphologically, the essential features of autophagy are the “isolation membranes” –crescent-like single membrane structures with an ability to entrap cytoplasmic constituents and the “autophagosomes”/“autolysosomes”– double membrane vesicles detaining and elaborating the cytoplasmic cargo. Tumour cells, exploiting the potential of recycling of cytoplasmic components, may also survive the adverse micro-environmental conditions, although excessive activation of autophagy may lead to defective degradation/accumulation of altered cytoplasmic cargo and massive destruction of tumour cells rather than cell survival. The phenomenon of autophagy is investigated, by and large, with the help of electron microscopy, although more recently its detection became possible by standard immunohistochemical techniques after the introduction of polyclonal and monoclonal antibodies against specific proteins, the autophagy-related proteins (Atg).

INFORMATION:

Origin Center: Department of Pathology, Medical School, Democritus University of Thrace and University General Hospital of Alexandroupolis, Alexandroupoli, Greece
Keywords: Autophagy, LC3A, Beclin I, immunohistochemistry, light microscopy.
Corresponding Author: A. Giatromanolaki, University Gene­ral Hospital of Alexandroupoli, Alexandroupoli, Greece e-mail: agiatrom@med.duth.gr

P. Papagiorgis,(1) S. Tseleni,(2) N. Nikiteas (3)

DESCRIPTION:
The high incidence and mortality rates of colorectal cancer in Western countries underline the need for an accurate identification of reliable prognostic factors. Several parameters have been extensively studied, including clinicopathological, histological and surgery-related factors. Lately, research has been focused on the molecular biology field, examining a broad spectrum of markers, including those associated with cell prolife­ration or apoptosis, oncogenes and tumor suppressor genes, microsatellite instability (MSI), tumor ploidy status etc. For now, none of these molecular markers (with the exception of carcinoembryonic antigen-CEA, being an established marker for postoperative follow-up and response of metastatic disease to chemotherapy) has been recommended for clinical application. Moreover, the variability in the prognostic significance according to tumor location (i.e. proximal versus distal cancers) is rather unclear, although these particular tumor categories differ in clinical, histological and genetic features – potentially affecting the outcome. In conclusion, the stage of the disease and its particular components (intramural spread, nodal involvement and distant metastases) remain the most important prognostic determinants, also addressing patient stratification for adjuvant therapy, although prospects for potential clinical applications of other parameters are visible.

INFORMATION:

Origin Center: (1) Department of Surgery, Athens Medical Center, (2) Depart­ment of Pathology, Athens Medical School, (3) 2nd Surgical Propedeutic Department, “Laiko” Hospital, Athens Medical School
Keywords: Prognostic factors, colon, stage of disease, grade, tumor location, molecular markers.
Corresponding Author: P. Papagiorgis, 35 Neosikon street, GR-185 36 Piraeus, Greece, e-mail: entos_1@yahoo.gr

P. Tsibouris, Chr.N. Kalantzis

DESCRIPTION:
Helicobacter pylori represents the main etiologic factor for the majority of gastro-duodenal diseases. Strict enforcement of treatment indications can reduce development of antibiotic resistance against the bacterium, which was in 2004 in Greece 21% for clarithromycin, 32% for metronidazole and 3% for levofloxacin. Antibiotic resistance can be attributed to point mutations in the bacterial genome, except of metronidazole resistance, which is related to a deficiency in the production of NADPH reductace. Therefore they can be easily studied by molecular assays. Molecular assays have an advantage over bacterial culture, because they do not necessitate special care in specimen receiving and handling, they do not demand high experience and can produce reliable results in 24 hours when culture needs 10–14 days from specimen processing. Main molecular assays based on PCR is genome analysis, use of restrictive enzymes or oligonucleotide probes as well as those based on in situ hybridisation. Some of them, such as DPO bases multiplex PCR or GenoType?HelicoDR, can be fully automated and demand no high technical expertise or high cost.

INFORMATION:

Origin Center: Gastroenterology Clinic NIMTS General Hospital of Athens, Athens, Greece
Keywords: Helicobacter pylori, antibiotic resistance, metronidazole, clarithromycin, levofloxacin, molecular assays.
Corresponding Author: P. Tsibouris, 29 Biskini street, GR-157 71 Zografou, Athens, Greece e-mail: tsibofam@yahoo.com

Ε. Dimakakos,(1) J. Kalemikerakis,(2) K. Katsenis,(1) E. Kosma,(

DESCRIPTION:
ΑΙΜ Venous ulcers are characterized by delayed healing, and usually develop infections. In the present study, we investigated the safety and effectiveness of the use of a silver foam dressing, in comparison to a foam dressing without silver, for the promotion of healing of dirty or infected ulcers of the lower limps. ΜATERIAL-METHODS Forty two patients with dirty or infected venous ulcers were included in the study and were randomized into 2 groups. We compared the rate of healing, the intensity of pain and the side effects of the two materials, during a treatment period of 9 weeks. RESULTS The rate of healing was superior in the group of patients treated with a silver foam dressing versus the group of patients treated with a foam dressing without silver (p=0.02). The same was true regarding the reduction in the intensity of pain. CONCLUSIONS The use of silver foam dressing demonstrated advantages compared to the foam polyurethane dressing without silver for the treatment of dirty or infected venous ulcers.

INFORMATION:

Origin Center: (1) Angiology-Vascular Surgery Unit, (2) nd Clinic of Surgery, University of Athens, “Areteion” Hospital, Athens, 2Department of Nursing, 2nd Technological Education Insitute of Athens, (3) 2nd Clinic of Surgery, “Metaxa” Oncological Hospital of Piraeus,
Keywords: Infected venous ulcers, silver foam dressing, foam dressing.
Corresponding Author: E. Dimakakos, 10 Aisopou street, GR-151 22 Maroussi, Athens, Greece e-mail: edimakakos@yahoo.gr

I. Kostoglou-Athanassiou,(1) P. Athanassiou,(2) G. Klangos,(10 A

DESCRIPTION:
Male osteoporosis is increasingly reco­gnized today. The case of a male patient with multiple drug-related osteoporosis is described. A 52 year old male patient was on antidepressants for the management of manic depressive bipolar disorder for a period of 4 years, thiazolidinediones for the management of diabetes mellitus type 2, antiepileptic drugs for the stabilization of bipolar disorder and presented with multiple fractures. Severe vitamin D deficiency was diagnosed. Bone mineral density was severely impaired. Vitamin D was administered for the repletion of vitamin D. Consecutively intact parathyroid hormone along with calcium and vitamin D was administered. This case illustrates the effect of many drugs on bone mineral density and suggests that patients receiving antidepressants should be screened for the presence of osteoporosis and should be followed up properly with a preventive and therapeutic strategy.

INFORMATION:

Origin Center: (1)Department of Endocrinology, “Korgialenio-Mpenakio” General Hospital of Athens Athens, (2)Department of Rheumatology, St. Paul’s Hospital of Thessaloniki, Thessaloniki, Greece
Keywords: Osteoporosis, drug related osteoporosis, vitamin D, vitamin D deficiency, antidepressants, thiazolidinediones, antiepileptics.
Corresponding Author: Ι. Kostoglou-Athanassiou, 7 Korinthias street, GR-115 26 Athens, Greece e-mail: ikostoglouathanassiou@yahoo.gr